Το χαλί το είχαμε διαλέξει μαζί. Μόλις πήγα όμως να το παραγγείλω, ο σύντροφός μου θέλησε να πάρει τη μητέρα του, να τη ρωτήσει αν το υλικό αντέχει. Λογική απορία, δεν λέω. Εμένα με πείραξε που, ενώ είχαμε αποφασίσει οι δυο μας, χρειαζόταν τελικά και η δική της γνώμη για να προχωρήσουμε.
Μένουμε μαζί εδώ και έξι μήνες. Εγώ είμαι 28, εκείνος 31. Είναι καλός μαζί μου, έχει φιλοδοξίες και υπάρχουν πολλά που αγαπώ πάνω του. Δεν τα ξεχνάω αυτά. Απλώς, από τότε που μοιραζόμαστε το ίδιο σπίτι, βλέπω πόσο συχνά χρειάζεται τη μαμά του για να νιώσει σίγουρος ακόμη και για τα πιο καθημερινά πράγματα.
Στην αρχή ήταν κάτι μικρό, όπως ποιο απορρυπαντικό να αγοράσουμε. Καταλαβαίνω να ρωτήσεις έναν άνθρωπο που έχει περισσότερη πείρα. Μόνο που δεν έμεινε εκεί. Την παίρνει αρκετές φορές μέσα στη μέρα, για πράγματα που κάνουμε μαζί. Ετοιμάζαμε φαγητό και την πήρε να ρωτήσει πόση ώρα βράζουν τα μακαρόνια.
Η μητέρα του δεν είναι κακιά ούτε προσπαθεί να μας κάνει κουμάντο. Ίσα ίσα, είναι συμπαθητική. Εκείνος τη βάζει συνεχώς στην καθημερινότητά μας. Δεν μπορώ λοιπόν να τα ρίξω σε μια παρεμβατική μάνα. Αυτό που με δυσκολεύει είναι η δική του στάση, όχι η δική της.
Δεν με νοιάζει να ξέρει τα πάντα για τα χαλιά. Θέλω να μπορούμε να διαλέξουμε κάτι οι δυο μας και να δούμε στην πράξη αν μας κάνει. Δεν χάθηκε ο κόσμος αν αγοράσουμε λάθος χαλί. Όταν όμως κάθε τόσο σταματάμε για να ρωτήσουμε τη μητέρα του, αναρωτιέμαι πόσο μας εμπιστεύεται να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας.
Το πιο δύσκολο να παραδεχτώ είναι ότι τον θέλω όλο και λιγότερο. Μπορώ να εκτιμώ το πόσο καλά μου φέρεται και ταυτόχρονα να ξενερώνω όταν δεν μπορεί να διαλέξει ούτε πατάκι μπάνιου χωρίς να ρωτήσει τη μητέρα του. Δεν περιμένω έναν άντρα που τα ξέρει όλα. Ούτε εγώ τα ξέρω. Θέλω όμως να νιώθω ότι έχω δίπλα μου έναν σύντροφο που μπορεί να αποφασίσει μαζί μου, κι ας κάνουμε και καμιά λάθος αγορά.
Του ζήτησα να στηριζόμαστε περισσότερο ο ένας στον άλλον. Εκείνος το κατάλαβε σαν να θέλω να τον απομακρύνω από την οικογένειά του. Έτσι, αντί να μιλάμε για το πώς θα ζούμε μαζί, βρεθήκαμε να μιλάμε για τη σχέση του με τη μαμά του. Δεν θέλω να βγάλει ανθρώπους από τη ζωή του. Θέλω οι αποφάσεις για το σπίτι μας να είναι δικές μας.
Εξακολουθώ να βλέπω τον άνθρωπο που μου φέρεται όμορφα. Δεν θέλω να παρουσιάζω την αγάπη του για τη μητέρα του σαν ελάττωμα ούτε να ακυρώσω όσα καλά έχουμε. Δεν έχω βρει όμως πώς να του εξηγήσω πόσο μόνη νιώθω όταν συμφωνούμε σε κάτι και μετά πρέπει να περιμένουμε την έγκριση κάποιου άλλου. Εκείνος υπερασπίζεται έναν οικογενειακό δεσμό που δεν του ζήτησα να κόψει. Κι εγώ προσπαθώ ακόμη να του μιλήσω για τη ζωή που αποφασίσαμε να μοιραστούμε.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




