Όταν απάντησε στο μήνυμά μου για μια ταινία, τον είχα ήδη κάνει unfollow. Τον είχα βγάλει και από τους ακολούθους μου. Δύο μέρες δεν είχε δώσει σημεία ζωής κι εγώ είχα θεωρήσει ότι τελείωσε κάτι που μόλις είχε αρχίσει.
Μου είπε πως ήταν απασχολημένος και είχε αποσυνδεθεί από τα πάντα. Του εξήγησα ότι νόμιζα πως είχε σταματήσει να μου μιλάει χωρίς κουβέντα. Εκείνος έλεγε ότι απλώς είχε μείνει μακριά από το ίντερνετ. Εγώ είχα θεωρήσει ότι δεν ήθελε άλλη επικοινωνία, χωρίς να τον ρωτήσω.
Είμαι 21 κι εκείνος 29. Μιλούσαμε μόλις λίγες μέρες, αλλά είχα αρχίσει να δένομαι. Δεν ήταν μόνο ότι χαιρόμουν όταν έβλεπα μήνυμά του. Τον σκεφτόμουν, φανταζόμουν πώς θα ήμασταν μαζί, απαντούσα αμέσως και του έλεγα πολλά για μένα, ενώ καλά καλά δεν γνωριζόμασταν. Ήθελα να μάθω τα πάντα γι’ αυτόν πριν προλάβουμε να πούμε τα βασικά.
Κάτι παρόμοιο μου είχε συμβεί και με φίλους, μόνο που εκεί ερχόταν αργότερα. Στο σχολείο μπορούσα να δείχνω απόμακρη, σαν να μη με ένοιαζαν και τόσο. Όταν αλλάξαμε σχολεία και χωρίσαμε δρόμους, ξαφνικά δεν μπορούσα να δεχτώ ότι θα έκανα άλλες παρέες. Εκείνοι ήταν οι πραγματικοί μου φίλοι. Το να κάνω νέες παρέες μού φαινόταν σχεδόν σαν να τους προδίδω. Πέρασαν χρόνια μέχρι να νιώσω άνετα με νέους ανθρώπους, κι ακόμα μπορούσα στην αρχή να τους δίνω την εντύπωση ότι δεν με ενδιαφέρουν.
Με έναν άντρα που μου αρέσει, δένομαι πολύ πιο γρήγορα. Και μετά προσπαθώ να δείχνω χαλαρή ενώ δεν είμαι. Σκέφτομαι πώς θα φερόταν κάποια που δεν έχει αγχωθεί, την ώρα που εγώ κοιτάζω τα μηνύματά μου και αναρωτιέμαι μήπως είπα κάτι λάθος.
Δεν θέλω να παίζω με τις ώρες απάντησης. Αν εκείνος κάνει τρεις ώρες να γράψει, δεν θεωρώ ότι πρέπει να περιμένω άλλες τρεις από υποχρέωση. Όταν θέλω να του μιλήσω, μου βγαίνει να απαντήσω. Μετά όμως φοβάμαι μήπως φαίνομαι υπερβολικά διαθέσιμη. Καταλήγω να σκέφτομαι όχι μόνο τι θέλω να πω, αλλά και τι θα καταλάβει από το πόσο γρήγορα το είπα.
Εκείνο το μήνυμα δεν ζητούσε τίποτα ιδιαίτερο. Μου είχε πει ότι θα έβλεπε μια ταινία και τον ρώτησα πώς του φάνηκε. Όσο δεν απαντούσε, δεν ξαναέστειλα ούτε απαίτησα εξηγήσεις. Μπορεί για εκείνον να μην είχε συμβεί τίποτα. Εγώ προσπαθούσα να καταλάβω αν δεν ήθελε πια να μιλάμε.
Δεν μπορούσα να τον κάνω να απαντήσει. Μπορούσα όμως να σταματήσω να τον ακολουθώ, κι αυτό έκανα. Είχα προχωρήσει σε κάτι συγκεκριμένο στηριγμένη σε μια υπόθεση. Ανακουφίστηκα όταν μου είπε ότι δεν με απέφευγε, αλλά η εξήγησή του δεν άλλαζε το ότι είχα βιαστεί να θεωρήσω πως ήξερα τι συνέβαινε.
Δεν ξέρω πού θα πάει αυτή η γνωριμία. Η απάντησή του εξηγούσε γιατί είχε χαθεί, σύμφωνα με όσα μου είπε. Δεν ξεκαθάριζε όμως τι ήμασταν μεταξύ μας ή τι θα γινόταν μετά. Είχα προλάβει να φανταστώ ένα μέλλον μαζί του και ύστερα να φερθώ σαν να το είχε ακυρώσει. Τώρα είχε απαντήσει, κι εγώ του εξηγούσα γιατί τον είχα διαγράψει.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




