Θέλω να παντρευτώ τον σύντροφό μου. Τον αγαπώ, φαντάζομαι το μέλλον μου μαζί του και βρίσκω πολλούς λόγους να κάνουμε αυτό το βήμα. Εκεί που κολλάω είναι αλλού: στην ιδέα ότι θα είμαι πια «η γυναίκα του». Ο άνθρωπος με τον οποίο θέλω να περάσω τη ζωή μου δεν με προβληματίζει. Ο τρόπος που θα με αποκαλούν, όμως, με κάνει να νιώθω άβολα.
Δεν έχω κανένα θέμα με το ότι είμαι γυναίκα. Ούτε με ενοχλεί να λέω ότι είμαι η κοπέλα του ή η σύντροφός του. Αυτά περιγράφουν αυτό που ήδη είμαστε. Όταν όμως σκέφτομαι τον εαυτό μου ως σύζυγο, νιώθω ότι μαζί με τον τίτλο έρχονται και απαιτήσεις για το πώς πρέπει να είμαι. Χωρίς να με έχει ρωτήσει κανείς αν τις θέλω.
Ο γάμος δεν είναι κάτι που απλώς δέχομαι επειδή θέλω να είμαι μαζί του. Τον θέλω κι εγώ. Μας συμφέρει οικονομικά, αλλά θέλω επίσης να είμαι οικογένειά του και νομικά. Για μένα αυτό έχει ουσία. Θέλω να αναγνωρίζεται η σχέση μας, κι ας μη νιώθω την ίδια χαρά όταν σκέφτομαι πώς θα λεγόμαστε μετά.
Δεν μπορώ καν να το αποδώσω εύκολα στο πώς μεγάλωσα. Δεν είχα γύρω μου γυναίκες που όλη τους η ζωή περιοριζόταν στον παραδοσιακό ρόλο της συζύγου. Στις οικογένειες που ήξερα δούλευαν και οι δύο γονείς. Δεν έχω, λοιπόν, μια ξεκάθαρη εικόνα από τα παιδικά μου χρόνια που να εξηγεί αυτή την αμηχανία.
Ούτε κρίνω τις γυναίκες που χαίρονται να είναι σύζυγοι. Αν για κάποια αυτή η λέξη σημαίνει αγάπη και συντροφικότητα, δεν θεωρώ ότι κάνει λάθος. Με δυσκολεύει μόνο η προσδοκία ότι θα πρέπει να τη νιώθω κι εγώ έτσι, επειδή αγαπώ έναν άντρα και θέλω να τον παντρευτώ.
Ακόμα κι αν δεν άλλαζε τίποτα στη ζωή μας μετά τον γάμο, μάλλον πάλι θα ένιωθα άβολα. Κάτι ανάλογο μου συμβαίνει και με το «ο άντρας μου»: ακούω αυτούς τους χαρακτηρισμούς και σκέφτομαι τι περιμένουν από τον καθένα μας επειδή είναι άντρας ή γυναίκα. Δεν ξέρω πώς να το ξεπεράσω. Θέλω να γίνουμε οικογένεια και στα χαρτιά. Ακόμα δεν μπορώ να φανταστώ άνετα να με συστήνουν ως τη γυναίκα του.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




