Μιλήσαμε ανοιχτά, με δάκρυα, και το παράπονό της με αιφνιδίασε: δεν νιώθει ότι την ακούω. Είναι η γυναίκα που έχασα και ακόμα δεν έχω ξεπεράσει. Θέλω να την ξανακερδίσω, αλλά εκείνη μου έλεγε πως δεν αισθάνεται ότι την καταλαβαίνω. Κι εγώ πίστευα ότι αυτό μπορούσα να το κάνω.
Είμαστε και οι δύο 26. Θέλω πολύ μια δεύτερη ευκαιρία μαζί της και ψάχνω από πού να αρχίσω. Τι να τη ρωτήσω; Πώς να της δείξω ότι την ακούω; Η ιδέα μιας σωστής ερώτησης με καθησυχάζει κάπως. Αν ήξερα τι να πω, θα είχα τουλάχιστον ένα πρώτο βήμα, αντί να προσπαθώ να μαντέψω πώς θα την πλησιάσω.
Μόνο που, όσο το σκέφτομαι, προσέχω πώς το λέω: θέλω να της αποδείξω ότι μπορώ. Η κουβέντα ξεκινά από ένα δικό της παράπονο και εγώ την ξαναφέρνω σε μένα. Στις προθέσεις μου, στο τι αξίζω, στο αν θα αλλάξει γνώμη για μένα. Θα μπορούσα να προσπαθώ με όλη μου την ειλικρίνεια και πάλι να της εξηγώ τον εαυτό μου, ενώ εκείνη περιμένει να καταλάβω τι μου λέει.
Δεν προσποιούμαι όταν λέω ότι μπορώ να ακούσω έναν άνθρωπο. Γι’ αυτό και με ξάφνιασε τόσο το παράπονό της. Άλλο όμως τι πιστεύω για τον εαυτό μου κι άλλο πώς νιώθει εκείνη στις συζητήσεις μας. Μπορεί να είμαι σίγουρος για τις καλές μου προθέσεις και να μην έχω καταλάβει πού χανόμαστε στην πράξη.
Χωρίς ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, δεν μπορώ να εντοπίσω τι πήγε στραβά. Μήπως βιάζομαι να απαντήσω; Μήπως πάω κατευθείαν στη λύση ή επιμένω να εξηγώ τι εννοούσα; Είναι πιθανότητες, όχι πράγματα που ξέρω ότι έκανα. Αυτό που ξέρω είναι ότι εκείνη δεν αισθάνεται πως την καταλαβαίνω. Δεν μπορώ να συμπληρώσω όσα μου λείπουν μόνο και μόνο επειδή θέλω επειγόντως να διορθώσω την κατάσταση.
Ίσως γι’ αυτό γυρίζω τόσο επίμονα στη σωστή ερώτηση. Μου δίνει κάτι συγκεκριμένο να κάνω. Αλλά άλλο να τη ρωτήσω τι ήθελε να καταλάβω κι άλλο να τη ρωτήσω τι θα την έπειθε να μου δώσει μια ευκαιρία. Μπορεί και τα δύο να ξεκινούν από το πόσο τη θέλω. Το πρώτο όμως της αφήνει χώρο να μιλήσει γι’ αυτό που έζησε. Με το δεύτερο της ζητάω ήδη να μου πει πώς θα πετύχω αυτό που θέλω εγώ.
Όταν τη σκέφτομαι, σκέφτομαι και την ευκαιρία που έχασα μαζί της. Θέλω πολύ να αλλάξει αυτό. Εκείνη, όμως, μου μιλά για κάτι συγκεκριμένο που της λείπει μεταξύ μας. Το πόσο μου λείπει δεν μου λέει ούτε τι ακριβώς την έχει πειράξει ούτε τι θέλει να γίνει από εδώ και πέρα.
Η δύσκολη κουβέντα έγινε. Μιλήσαμε ανοιχτά και με συναίσθημα, κι έμεινα με την ανάγκη να της δείξω κάτι που θεωρούσα δεδομένο για μένα. Θέλω μια δεύτερη ευκαιρία μαζί της. Προς το παρόν, προσπαθώ ακόμα να καταλάβω τι δεν έβρισκε εκείνη στις κουβέντες που έχουμε ήδη κάνει.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




