Στο τέλος του ραντεβού μας για καφέ, μου είπε ότι είμαι πολύ νορμάλ και πολύ χαλαρός για τα γούστα της. Εγώ μέχρι εκείνη τη στιγμή νόμιζα ότι τα πηγαίναμε μια χαρά. Εκείνη προφανώς είχε άλλη γνώμη.
Είμαι 28 κι εκείνη 30. Είχαμε γνωριστεί σε εφαρμογή γνωριμιών και μιλούσαμε αρκετά συχνά με μηνύματα την προηγούμενη εβδομάδα. Δεν καθίσαμε λοιπόν ο ένας απέναντι στον άλλον χωρίς να ξέρουμε απολύτως τίποτα. Ήξερε τα ενδιαφέροντά μου, είχε πάρει μια ιδέα για τον χαρακτήρα μου. Τουλάχιστον έτσι είχα καταλάβει εγώ.
Στην καφετέρια πιάσαμε την κουβέντα για σειρές που μας άρεσαν και για βιντεοπαιχνίδια. Της είπα δυο λόγια για συναυλίες στις οποίες είχα πάει και για τους φίλους μου. Μου φαινόταν απολύτως λογική κουβέντα για πρώτο ραντεβού. Για καφέ είχαμε βγει, δεν ήξερα ότι έπρεπε να αποδείξω πόσο απρόβλεπτος μπορώ να γίνω.
Κάποιες στιγμές ήταν λιγομίλητη. Το πρόσεξα, αλλά δεν θεώρησα ότι αυτό σήμαινε πως κάτι πήγαινε στραβά. Είχαμε πράγματα να πούμε και, από τη δική μου πλευρά τουλάχιστον, η συζήτηση κυλούσε άνετα. Δεν περίμενα και ερωτική εξομολόγηση από το πρώτο ραντεβού. Ούτε όμως περίμενα ότι θα μετρούσε στα αρνητικά το ότι ήμουν χαλαρός.
Όταν μου είπε τι πίστευε για μένα, έδειχνε εκνευρισμένη, ίσως και θυμωμένη. Αυτό ήταν που με μπέρδεψε περισσότερο. Το να μη νιώσει χημεία μαζί μου θα το καταλάβαινα. Γιατί όμως έδειχνε ενοχλημένη; Δεν της είχα παρουσιάσει και κανέναν τελείως διαφορετικό εαυτό στα μηνύματα.
Ακόμα δεν ξέρω τι εννοούσε. Μπορεί η χαλαρή κουβέντα που άρεσε σε μένα να μην της έλεγε τίποτα. Μπορεί να με είχε φανταστεί αλλιώς. Όσο κι αν μιλάς με κάποιον γραπτώς, δεν ξέρεις αν θα σου αρέσει από κοντά.
Έφυγε βιαστικά και προχώρησε πολύ μπροστά μου. Οι υπάλληλοι μας ευχήθηκαν καλή συνέχεια κι εκείνη δεν απάντησε. Είχα πάει για να δω αν ταιριάζουμε και έφευγα προσπαθώντας να καταλάβω πώς κατάφερα να εκνευρίσω κάποια επειδή ήμουν πολύ χαλαρός. Εκείνη είχε ήδη απομακρυνθεί.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




