Λίγα λεπτά πριν από την προσγείωση, αποφάσισα να βοηθήσω τον διπλανό μου στα ερωτικά του. Δεκαπέντε ώρες πτήσης, σχεδόν καμία κουβέντα μεταξύ μας, κι εγώ είχα ήδη άποψη για το επόμενο βήμα του.
Ήταν ένας κύριος μεγαλύτερης ηλικίας που ταξίδευε μόνος. Κάθε φορά που η αεροσυνοδός τού έφερνε μια κόκα κόλα ή κάτι άλλο, έπιανε κουβέντα μαζί της. Εκείνοι μιλούσαν κι εγώ, από τη θέση μου, έβγαζα συμπεράσματα.
Δεν ήξερα βέβαια αν τη φλέρταρε. Μπορεί δύο άνθρωποι να συζητούν χωρίς να σκοπεύει κανείς να ζητήσει τηλέφωνο. Είχα όμως καλή διάθεση και, προς το τέλος της πτήσης, μου φάνηκε ωραία ιδέα να κάνω ένα αστείο. Μέχρι τότε τα είχαμε πάει περίφημα με το να μη μιλάμε σχεδόν καθόλου.
Μόλις η αεροσυνοδός απομακρύνθηκε για τελευταία φορά, του ψιθύρισα ότι έπρεπε να της ζητήσει το τηλέφωνό της.
Για πλάκα το είπα, σαν μια μικρή παρότρυνση. Τον είχα δει να της μιλάει και αυτό ήταν όλο. Δεν είχα μάθει τίποτα ουσιαστικό για τον άνθρωπο, αλλά συμβουλή είχα πρόχειρη.
Εκείνος με κοίταξε χωρίς να πει λέξη.
Η σιωπή του με ξάφνιασε. Περίμενα έστω ένα γέλιο ή μια κουβέντα για να το προσπεράσουμε. Δεν ήρθε τίποτα από τα δύο. Κι αντί να το αφήσω εκεί, πήγα να εξηγήσω το σκεπτικό μου.
Τον ρώτησα αν ήταν ελεύθερος. Του εξήγησα κιόλας ότι αυτό είχα υποθέσει, αφού ταξίδευε μόνος. Δεν έβλεπα να ταξιδεύει με κάποιον, οπότε είχα βγάλει συμπέρασμα και για τα ερωτικά του.
Τότε μου έδωσε την πληροφορία που μου έλειπε: ήταν καθολικός ιερέας.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




