Το πρώτο μας ραντεβού κράτησε τρεις ώρες. Μιλούσαμε και παίξαμε τρεις παρτίδες σκάκι. Στο δεύτερο, τρεις εβδομάδες αργότερα, τη ρώτησα αν θα την ξανάβλεπα. Μου είπε πως δεν ήξερε.
Είμαι 29 και είχα επτά χρόνια να βγω ραντεβού. Εκείνη είναι 25 και γνωριστήκαμε στο Tinder. Πήγαμε για καφέ και, τουλάχιστον εγώ, πέρασα πολύ καλά. Η κουβέντα έβγαινε αβίαστα. Δεν χρειαζόταν να ψάχνω κάθε τόσο τι άλλο να πω.
Πιάσαμε τη δουλειά, τις οικογένειές μας, τα ταξίδια, τη μουσική, τα βιβλία, τις γάτες. Σε κάθε θέμα βρίσκαμε και κάτι που είχαμε κοινό. Εγώ ένιωθα ότι είχαμε ταιριάξει, ότι υπήρχε κάτι που άξιζε να δούμε πού θα πάει.
Μου είχε πει πως το πρόγραμμά της στη δουλειά ήταν άστατο και συχνά αργούσε να απαντήσει στα μηνύματα. Όταν φύγαμε, τη συνόδευσα στο αυτοκίνητό της. Είπαμε και οι δύο ότι θέλαμε να ξαναβρεθούμε. Το ίδιο βράδυ τής έστειλα πως είχα περάσει πολύ ωραία και ήλπιζα να είχε φτάσει καλά στο σπίτι. Μου απάντησε ότι είχε περάσει κι εκείνη όμορφα.
Δύο μέρες μετά, της πρότεινα να πάμε για φαγητό. Μου απάντησε ύστερα από άλλες δύο: ήθελε, αλλά θα μπορούσε από την επόμενη εβδομάδα. Της είπα ότι δεν υπήρχε πρόβλημα. Μου άρεσε και δεν με πείραζε να περιμένω ώσπου να βρούμε μια μέρα που να τη βολεύει.
Τις επόμενες μέρες ανταλλάξαμε λίγα μηνύματα, με τον καθένα να απαντά όποτε μπορούσε. Την επόμενη εβδομάδα ξαναρώτησα, αλλά ήταν απασχολημένη. Τη μεθεπόμενη μου είπε ότι είχε λίγο χρόνο. Τελικά, από τον πρώτο μας καφέ μέχρι το δεύτερο ραντεβού πέρασαν 21 μέρες.
Διάλεξα ένα εστιατόριο στο κέντρο. Άργησε περίπου σαράντα λεπτά. Μπορεί να έφταιγε η κίνηση, δεν το ξέρω. Αγκαλιαστήκαμε όταν ήρθε και καθίσαμε. Εγώ περίμενα να συνεχίσουμε από εκεί που είχαμε μείνει. Αυτή τη φορά, όμως, δυσκολευόμασταν να πούμε κάτι πέρα από τα συνηθισμένα.
Δεν έγινε κάτι μεγάλο που να χάλασε τη βραδιά. Απλώς δεν είχαμε την άνεση της πρώτης φοράς. Κάποια στιγμή απάντησε και σε ένα προσωπικό τηλεφώνημα. Αναρωτιόμουν αν είχα άγχος ή αν δεν υπήρχε πια εκείνη η χημεία. Δεν ήξερα καν αν είχε περάσει τόσο καλά στο πρώτο ραντεβού όσο εγώ.
Μετά το φαγητό πρότεινα να περπατήσουμε. Δεν είχα υπολογίσει το κρύο και τον αέρα. Όταν μου είπε ότι κρύωνε, της πρόσφερα το μπουφάν μου, αλλά αρνήθηκε. Έπειτα είπε πως δούλευε νωρίς το επόμενο πρωί και ήθελε να γυρίσει σπίτι.
Αγκαλιαστήκαμε για να αποχαιρετιστούμε. Τη ρώτησα αν θα την ξανάβλεπα. «Δεν ξέρω», μου είπε, και πήγε στο αυτοκίνητό της. Απογοητεύτηκα. Μου άρεσε πραγματικά και τρεις εβδομάδες περίμενα να περάσουμε άλλο ένα βράδυ μαζί. Έμεινα να αναρωτιέμαι αν αυτό το διάστημα μάς είχε κάνει να νιώθουμε πάλι σαν άγνωστοι. Μετά από εκείνον τον αποχαιρετισμό, πάντως, αποφάσισα να μην της ξαναπροτείνω να βγούμε.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




