Αγόρασα μια τσάντα Chanel και είπα στον άντρα μου ότι την είχα βρει μεταχειρισμένη για διακόσια δολάρια. Δεν είχα προετοιμαστεί να πω ψέματα. Είχα προετοιμαστεί να αγοράσω την τσάντα, πράγμα που απαιτούσε σχεδόν όλη μου την προσοχή.
«Διακόσια;» είπε.
«Ευκαιρία» απάντησα, με τη σιγουριά ανθρώπου που ελπίζει να μη γίνουν άλλες ερωτήσεις.
Μια αγορά με πολλές λεπτομέρειες
Η πρώτη δυσκολία ήταν ότι η τσάντα έμοιαζε ακριβή. Αυτό υπήρξε βασικό κριτήριο της αγοράς της, αλλά τώρα δυσκόλευε την υπεράσπισή μου.
Την άφησα δίπλα στα παπούτσια μου, σαν να ήταν κάτι που υπήρχε ανέκαθεν εκεί. Εκείνος την παρατήρησε αμέσως. Τα κοινά μας πράγματα μπορεί να χάνονται για εβδομάδες. Τα δικά μου καινούρια εντοπίζονται χωρίς εξοπλισμό.
«Πού τη βρήκες;»
Αυτό δεν περιλαμβανόταν στην αρχική εκδοχή. Πρόσθεσα ένα κατάστημα μεταχειρισμένων, μια ιδιοκτήτρια που βιαζόταν και την αόριστη έννοια της τύχης. Σε λιγότερο από ένα λεπτό είχα δημιουργήσει μικρή επιχείρηση με οικονομικά προβλήματα.
Τα μαθηματικά της ευκαιρίας
Στο μυαλό μου, η αγορά είχε ήδη αποσβεστεί. Θα την κρατούσα χρόνια. Θα ταίριαζε με τα πάντα. Αν διαιρούσα το κόστος με έναν αρκετά αισιόδοξο αριθμό εξόδων, θα προέκυπτε σχεδόν φιλανθρωπία.
Το μόνο ποσό που δεν συμμετείχε σε αυτούς τους υπολογισμούς ήταν το πραγματικό.
«Έχεις την απόδειξη;» ρώτησε.
«Για μεταχειρισμένη τσάντα;» είπα, σαν να είχε προτείνει συμβολαιογραφική πράξη για μια σακούλα πατάτες.
Το πρόβλημα με τα καλοφτιαγμένα πράγματα
Εκείνο το βράδυ η τσάντα ήταν ακόμη εξαιρετική. Το κούμπωμα έκλεινε άψογα, το δέρμα ήταν όμορφο και το λουρί είχε ακριβώς το σωστό μήκος.
Η ιστορία μου, αντίθετα, είχε αρχίσει να χρειάζεται συντήρηση. Έπρεπε να θυμάμαι το κατάστημα, την ιδιοκτήτρια και γιατί μια γυναίκα που ήθελε χρήματα τόσο επειγόντως δεν είχε σκεφτεί να ζητήσει περισσότερα.
Κοίταξα την τσάντα και κατάλαβα ότι είχα αγοράσει ένα αξεσουάρ και μια δεύτερη δουλειά.




