Όταν μου έστειλε μήνυμα ότι θα πήγαινε σε άλλον σύλλογο τρεξίματος, του ζήτησα να μη φύγει. Εγώ, που για εβδομάδες τον απέφευγα και άφηνα τα μηνύματά του αναπάντητα. Κι όμως, μόλις μου είπε ότι φεύγει, ήθελα να τον σταματήσω.
Είμαι 47 κι εκείνος 30. Σκεφτόμουν συνέχεια αυτή τη διαφορά και δεν τολμούσα να του πω τι ένιωθα. Αλλά δεν ξεκίνησε έτσι.
Ήμουν χρόνια στον σύλλογο χωρίς να έχω ενδιαφερθεί ερωτικά για κανέναν. Μετά ήρθε και το διαζύγιο, που με έκανε να μη θέλω ούτε να σκέφτομαι το ενδεχόμενο μιας καινούργιας σχέσης. Πήγαινα για να τρέξω, όχι για να γνωρίσω άντρα.
Όταν ήρθε στην ομάδα, βρεθήκαμε να τρέχουμε δίπλα δίπλα επειδή είχαμε τον ίδιο ρυθμό. Μου φάνηκε συμπαθητικός, αλλά δεν ένιωσα αμέσως έλξη. Ήταν απλώς ένας άνθρωπος με τον οποίο περνούσα ευχάριστα κάνοντας κάτι που άρεσε και στους δυο μας.
Όλο και συχνότερα βρισκόμασταν μαζί στην προθέρμανση και στις διατάσεις μετά το τρέξιμο. Είχαμε κοινά ενδιαφέροντα και γελούσαμε με τα ίδια πράγματα. Μου φαινόταν ότι έβαζε τα δυνατά του για να με κάνει να γελάσω. Μετά από όσα είχα περάσει με το διαζύγιο, αυτό μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση από την εμφάνισή του.
Πέρασαν μήνες έτσι. Άρχισα κι εγώ να του απαντάω στα πειράγματα, και οι υπόλοιποι πρόσεξαν πόσο καλά τα πηγαίναμε. Κανείς δεν υπαινίχθηκε ότι συνέβαινε κάτι ερωτικό. Εγώ ακόμη τον θεωρούσα φίλο μου από το τρέξιμο, μόνο που ανυπομονούσα όλο και περισσότερο να τον δω.
Κάποια στιγμή άρχισα να διαλέγω πιο φωτεινά αθλητικά ρούχα, να βάφομαι λίγο και να φτιάχνω περισσότερο τα μαλλιά μου. Δεν είχαμε πει τίποτα μεταξύ μας, αλλά ήξερα για ποιον ετοιμαζόμουν πριν από την προπόνηση.
Μου έδωσε το τηλέφωνό του πολύ χαλαρά και είπε να τον πάρω αν χρειαζόμουν οτιδήποτε. Δεν τον πήρα. Έβλεπα ότι μιλούσε μαζί μου περισσότερο απ’ ό,τι με τους άλλους και αναρωτιόμουν μήπως του άρεσα. Ύστερα σκεφτόμουν την ηλικία μου και έβρισκα άλλες εξηγήσεις: ίσως ήταν απλώς φιλικός, ίσως ένιωθε μόνος, ίσως τον τραβούσαν οι μεγαλύτερες γυναίκες μόνο για το σεξ. Βέβαια, ούτε γι’ αυτά είχα κάποια ένδειξη.
Τον σκεφτόμουν στον δρόμο για τη δουλειά, στη δουλειά, στο σπίτι. Τον έβλεπα και στον ύπνο μου. Ανυπομονούσα να τον συναντήσω, αλλά όταν τον έβλεπα ένιωθα ένα τρακ που δεν περίμενα να ξανανιώσω. Τον ήθελα κοντά μου. Κι αυτό με τρόμαζε.
Άρχισα λοιπόν να τρέχω με άλλους και να κάνω διατάσεις πιο μακριά του. Κι όμως, πάλι βρίσκαμε τρόπο να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλον. Αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε μηνύματα και να μιλάμε στο τηλέφωνο. Χαιρόμουν τόσο πολύ όταν άκουγα τη φωνή του, αλλά δεν έκανα ποτέ εγώ την πρώτη κίνηση. Στην προπόνηση ήμουν ενθουσιασμένη που τον έβλεπα και προσπαθούσα να μη φανεί.
Για εβδομάδες ήμουν ευγενική, αλλά κρατούσα αποστάσεις. Έπαψα να απαντάω στα μηνύματά του. Δεν του είχα πει τίποτα για όσα ένιωθα.
Ύστερα ήρθε το μήνυμα για τον άλλον σύλλογο. Μου είπε ότι θα του έλειπαν οι κουβέντες μας. Του είπα ότι θα μου έλειπε εκείνος. Τώρα έχει φύγει κι εγώ ελπίζω ακόμη να δω ξανά το όνομά του στην οθόνη μου. Ακόμη κι αν στείλει, όμως, δεν ξέρω αν θα καταφέρω να του πω όσα δεν τόλμησα όταν έτρεχε δίπλα μου.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




