Ήταν μαζί τρία χρόνια προτού η σχέση τους γίνει εξ αποστάσεως. Έμειναν έτσι άλλα τέσσερα. Σ’ εκείνη την περίοδο εκείνος έγινε χριστιανός· αργότερα παντρεύτηκαν. Τώρα, κοιτάζοντας τη σχέση τους όπως είναι σήμερα, εκείνη αναρωτιέται τι έχει αλλάξει ανάμεσά τους — και αν οι πεποιθήσεις του έχουν κάποια σχέση. Δεν ξέρει αν έχουν. Το ερώτημα υπάρχει, αλλά δεν έχει απάντηση.
Παλιά φιλούνταν με περισσότερη ένταση. Τους άρεσε να φιλιούνται για ώρα, να αφήνονται στη στιγμή. Μετά τον γάμο προσπάθησαν ξανά, αλλά για εκείνη η εμπειρία ήταν άβολη. Εκείνος είπε πως τον γαργαλούσε. Κι έτσι, κάτι που κάποτε ήταν φυσικό ανάμεσά τους δεν βρήκε εύκολα τον δρόμο του πίσω.
Δεν έχουν σταματήσει εντελώς τα φιλιά. Εκείνος εξακολουθεί να τη φιλάει, μάλιστα πιο συχνά απ’ όσο τον φιλάει εκείνη. Όμως αυτά τα φιλιά δεν είναι το ίδιο με το να φιλιούνται όπως παλιά. Κι η σεξουαλική τους ζωή είναι αραιή. Δεν αναφέρει κάποια λύση ούτε μια συζήτηση που να ξεκαθάρισε τι συμβαίνει. Αυτό που μένει είναι η διαφορά ανάμεσα στην τρυφερότητα που υπάρχει και σε εκείνη την οικειότητα που της λείπει.
Ίσως γι’ αυτό η σκέψη της γυρίζει τόσο συχνά στα φιλιά. Όχι επειδή δεν την αγγίζει πια ή δεν της δείχνει τρυφερότητα· αλλά επειδή θυμάται κάτι κοινό που κάποτε τους ερχόταν εύκολα και τώρα μοιάζει αμήχανο. Η αλλαγή στην πίστη του συνέβη όσο ζούσαν μακριά ο ένας από τον άλλον, όμως από μόνη της δεν εξηγεί όσα ακολούθησαν. Εκείνη μπορεί μόνο να αναρωτιέται αν συνδέονται.
Κι έτσι, μένει με δύο αλήθειες που δεν ακυρώνουν η μία την άλλη: εκείνος εξακολουθεί να την πλησιάζει με φιλιά, κι εκείνη εξακολουθεί να νοσταλγεί τα φιλιά που είχαν κάποτε. Το ένα υπάρχει. Το άλλο της λείπει.




