Η γυναίκα μου μιλούσε για τη δουλειά. Εγώ άκουγα και, όπως αποδείχτηκε λίγο αργότερα, περίμενα τη σειρά μου να μιλήσω για κάτι εντελώς άλλο.
Ήμασταν στο αυτοκίνητο. Εκείνη έλεγε πόσο την απογοήτευαν οι άνθρωποι που δεν είχαν καμία επαγγελματική φιλοδοξία, που ήθελαν απλώς να τελειώσει η μέρα. Εγώ σκεφτόμουν ότι τον τελευταίο καιρό σπάνια ερχόμασταν κοντά ερωτικά.
Στο μυαλό μου αυτά τα δύο συνδέθηκαν θαυμάσια. Το μυαλό μου δεν είχε συμβουλευτεί κανέναν.
«Εσύ θέλεις να προχωρήσεις στη δουλειά σου», της είπα. «Εγώ θέλω να κάνουμε πιο συχνά σεξ. Δεν είναι και τα δύο πράγματα που μας λείπουν;»
Περίμενα να αναγνωρίσει ότι είχα ένα δίκιο. Με κοίταξε σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί σε ποιο ακριβώς σημείο είχαμε αλλάξει θέμα.
«Για τη δουλειά μιλάω.»
«Ναι, αλλά ως παράδειγμα…»
«Κακό παράδειγμα.»
Είχαμε διανύσει ελάχιστα χιλιόμετρα. Το επιχείρημά μου είχε ήδη τελειώσει τη διαδρομή του.
Προσπάθησα να εξηγήσω. Εκείνη επέμενε ότι μπέρδευα δύο διαφορετικά πράγματα. Εγώ επέμενα ότι μιλούσα για ανάγκες. Κάποια στιγμή γελάσαμε με το πού είχε φτάσει η κουβέντα. Αυτό δεν σήμαινε ότι είχαμε συνεννοηθεί.
Η αλήθεια ήταν πιο απλή από την παρομοίωσή μου. Μου έλειπε η ερωτική επαφή και δυσκολευόμουν να της το πω χωρίς να ακουστεί σαν παράπονο ή απαίτηση. Οπότε το είχα παρουσιάσει ως επιχείρημα, με αφορμή τη δική της κουβέντα. Πολύ διακριτικό εκ μέρους μου.
Δεν μάθαμε σε εκείνη τη διαδρομή γιατί είχαμε απομακρυνθεί ούτε τι ήθελε ο καθένας να αλλάξει. Αυτά χρειάζονταν μια συζήτηση στην οποία θα ακούγαμε και οι δύο, όχι μια αναλογία που θα μου έδινε τη νίκη.
Φτάσαμε χωρίς να έχει κερδίσει κανείς. Το θέμα έμεινε για όταν θα παρκάραμε. Την επόμενη φορά, σκέφτηκα, μπορώ να αρχίσω με το «μου λείπεις». Ίσως να μη χρειαστεί να περάσουμε πρώτα από την επαγγελματική της εξέλιξη.




