Όταν χώρισα, ήξερα ότι θα έχανα τον γάμο μου. Δεν είχα σκεφτεί ότι μπορεί να χάσω και την παρέα μου.
Ήμουν πενήντα. Για πάνω από τριάντα χρόνια είχαμε κοινούς φίλους, κοινές εξόδους, ιστορίες που τις ξέραμε όλοι απ’ έξω και τις ξαναλέγαμε. Μετά το διαζύγιο, τίποτε από αυτά δεν ήταν πια αυτονόητο.
Οι περισσότεροι φίλοι μας ήταν ζευγάρια. Κάποιοι δεν ήξεραν πώς να φερθούν, άλλοι έμοιαζαν να πιστεύουν ότι έπρεπε να διαλέξουν με ποιον θα κρατήσουν επαφή. Μερικές από τις γυναίκες παρέμειναν ευγενικές μαζί μου. Αλλά άλλο να σου φέρονται καλά όταν σε πετυχαίνουν κι άλλο να συνεχίζετε να κάνετε παρέα. Μόνο μία φιλία έμεινε όπως ήταν.
Αυτό με πόνεσε περισσότερο απ’ όσο περίμενα. Δεν μου έλειπε μόνο ο άνθρωπος που είχα παντρευτεί. Μου έλειπαν και οι άνθρωποι που είχα συνηθίσει να έχω στη ζωή μου.
Πριν από ενάμιση χρόνο γράφτηκα σε μια ομάδα για ανθρώπους χωρίς σχέση. Το ξεκαθάριζαν: δεν ήταν ομάδα γνωριμιών. Αυτό ακριβώς ήθελα. Να βγαίνω, να μιλάω, να γνωρίσω φίλους χωρίς να περνάει κάθε κουβέντα από το ενδεχόμενο ενός ραντεβού.
Βρήκα ανθρώπους με τους οποίους περνούσα καλά. Και, τελικά, βγήκα ραντεβού με έναν από αυτούς. Η σχέση κράτησε δεκαπέντε μήνες. Χωρίσαμε ήρεμα, επειδή δεν θέλαμε πια να συνεχίσουμε μαζί.
Ο χωρισμός δεν είχε φωνές. Είχε όμως έναν πολύ γνώριμο φόβο: θα χάσω πάλι τους φίλους μου; Μόλις είχα αρχίσει να νιώθω ότι ανήκω κάπου. Δεν ήθελα να ξεκινήσω άλλη μια φορά από την αρχή.
Αυτή τη φορά σκέφτομαι να μην περιμένω να αποφασίσουν όλοι οι άλλοι. Να τηλεφωνήσω στους ανθρώπους που θέλω να βλέπω. Να προτείνω έναν καφέ, μια έξοδο. Να τους πω ότι ο χωρισμός δεν σημαίνει πως χρειάζεται να διαλέξουν ανάμεσά μας.
Μπορεί κάποιες φιλίες να αλλάξουν. Μπορεί και να υπάρξει αμηχανία όταν βρεθούμε όλοι μαζί. Δεν ξέρω ακόμη πώς θα πάει. Ξέρω όμως ότι δεν θέλω να απομακρυνθώ μόνη μου, από φόβο μήπως με απομακρύνουν.
Χώρισα από έναν άνθρωπο. Δεν έχω αποφασίσει να χωρίσω και από όλη την παρέα.




