Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 δουλεύαμε και οι δύο στην εστίαση. Εγώ στην κουζίνα, εκείνη στο μπαρ και στο σερβίρισμα. Τα δύσκολα ωράρια ήταν κοινά, οπότε είχα πειστεί ότι τουλάχιστον σε αυτό ήμασταν συντονισμένοι.
Μετά από μια αποβολή έμεινε για ένα διάστημα στο σπίτι. Η απώλεια μας βάραινε και οι λογαριασμοί συνέχιζαν να έρχονται. Έπιασα δεύτερη δουλειά ως οδηγός ταξί. Νόμιζα ότι, αν έλυνα το οικονομικό κομμάτι, θα έβρισκα χρόνο για όλα τα υπόλοιπα.
Όσα παρατηρούσα και όσα δεν γνώριζα
Ένας μεγαλύτερος γνωστός περνούσε χρόνο μαζί της. Είχε επίσης καινούρια ρούχα, μακιγιάζ και κάποια χρήματα που περιέγραφε ως «έξτρα». Αυτές οι λεπτομέρειες δεν αποδείκνυαν κάτι από μόνες τους. Εγώ, πάντως, απέφευγα και τη συζήτηση για το πώς ήταν η ζωή μας όταν δεν βρισκόμασταν μαζί.
Ένα βράδυ μετέφερα με το ταξί δύο άντρες και μια φίλη της σε ένα διαμέρισμα. Στην πόρτα εμφανίστηκε εκείνη. Δεν κατάλαβα όλη την ιστορία κοιτώντας από το αυτοκίνητο. Κατάλαβα ότι υπήρχε κάτι σημαντικό που δεν γνώριζα.
Η εξήγηση το επόμενο πρωί
Όταν μιλήσαμε, μου είπε ότι η φίλη της εργαζόταν ως συνοδός και ότι είχε αρχίσει κι εκείνη να δέχεται αμειβόμενες συναντήσεις. Το παρουσίασε ως τρόπο να βγάλει χρήματα μέσα σε μια δύσκολη περίοδο. Είπε επίσης ότι δεν είχε αισθήματα για τους ανθρώπους που συναντούσε.
Για μένα αυτό δεν απαντούσε στο βασικό: δεν είχα ενημερωθεί για μια αλλαγή που αφορούσε τη συμφωνία της σχέσης μας. Δεν ήθελα να συνεχίσω και της το είπα.
Η απώλεια δεν εξηγεί τα πάντα
Δεν μπορούσα να συμπεράνω ότι το πένθος την οδήγησε αναγκαστικά εκεί, ούτε ότι η δική μου δεύτερη δουλειά με απάλλασσε από κάθε ευθύνη για την απόστασή μας. Μπορούσα όμως να ξεχωρίσω τη δυσκολία που ζούσαμε από την απόφαση να μείνει κάτι τόσο ουσιώδες κρυφό.
Δεν υπήρξε κάποια φράση που τακτοποίησε όσα είχαν συμβεί. Η σχέση τελείωσε επειδή δεν ήθελα πια να βρίσκομαι μέσα της χωρίς να ξέρω τους όρους της.




