Είχα άλλα είκοσι λεπτά δρόμο μέχρι το σπίτι της κοπέλας μου όταν μου είπε να γυρίσω πίσω. Κόντευα να συμπληρώσω δύο ώρες στο αυτοκίνητο. Οι συγκάτοικοί της υποτίθεται πως θα έλειπαν, αλλά τελικά έπρεπε να επιστρέψουν και δεν μπορούσαμε πια να βρεθούμε εκεί.
Ήμασταν μαζί λίγο παραπάνω από μία εβδομάδα. Εγώ 28, εκείνη 24. Είχαμε λίγες μέρες να ιδωθούμε και περίμενα αυτή τη συνάντηση. Ήταν η πρώτη φορά που δεν καταλαβαινόμασταν, σε μια σχέση που μόλις είχε αρχίσει.
Αφού είχα σχεδόν φτάσει, της πρότεινα να περάσω να την πάρω ή να έρθουμε στο δικό μου σπίτι. Δεν ήθελε, επειδή μένω με τη μητέρα μου και αυτό την έκανε να νιώθει άβολα. Δουλεύω κανονικά και δεν βλέπω προς το παρόν λόγο να μετακομίσω. Από τότε που χώρισαν οι γονείς μου, μου αρέσει κιόλας να είμαι εκεί και να βοηθάω τη μαμά μου. Εγώ ήμουν καλά με το να μένω εκεί. Εκείνη, πάλι, δεν ένιωθε άνετα να έρθει.
Γύρισα λοιπόν σπίτι έχοντας οδηγήσει σχεδόν τέσσερις ώρες, χωρίς τελικά να τη δω. Η δουλειά μου έχει αρκετή σωματική κούραση και ήθελα να χαλαρώσω. Της είπα ότι δεν είχα θυμώσει μαζί της, απλώς είχα απογοητευτεί που δεν βρεθήκαμε και χρειαζόμουν λίγες ώρες μόνος μου.
Όταν κοίταξα το κινητό μία ώρα αργότερα, είχα αρκετές αναπάντητες και μεγάλα μηνύματα. Μου έλεγε ότι δεν επικοινωνούσα αρκετά και ότι ξεσπούσα πάνω της. Εγώ νόμιζα πως είχα πει ξεκάθαρα τι συνέβαινε: είχα κουραστεί και ήθελα λίγο χρόνο να ηρεμήσω. Εκείνη, απ’ ό,τι καταλάβαινα, το είχε πάρει προσωπικά.
Της εξήγησα ξανά ότι δεν ήμουν θυμωμένος. Αργότερα το ίδιο βράδυ, μου έγραψε ότι ένιωθε πως μου δυσκόλευε τη ζωή, πως από τότε που γνωριστήκαμε μόνο στενοχώρια μου είχε φέρει. Μου είπε να την πάρω όταν θα ήμουν έτοιμος να μιλήσω. Είχαμε μόλις περάσει την πρώτη εβδομάδα μαζί κι εγώ διάβαζα για μια σχέση πολύ πιο δυσάρεστη απ’ αυτή που πίστευα ότι είχαμε.
Το επόμενο πρωί, στη δουλειά, δεχόμουν μηνύματά της κάθε ώρα. Εγώ είχα αφήσει πίσω μου την ακυρωμένη συνάντηση, εκείνη όμως επέμενε να συζητήσουμε πιο αναλυτικά τι είχε πάει στραβά. Μου έλεγε ότι ένιωθε ανασφάλεια και πίστευε πως ήμουν θυμωμένος μαζί της. Για εκείνη η κουβέντα δεν είχε τελειώσει. Για μένα είχε αρχίσει να γίνεται πιο δύσκολη από το ίδιο το περιστατικό.
Όταν μιλήσαμε στο τηλέφωνο, είπα ότι μου ήταν δύσκολο να διαχειριστώ όλο αυτό ενώ ήμουν κουρασμένος. Το πήρε σαν να της έλεγα ότι η ίδια ήταν υπερβολική, όπως της έλεγαν και οι πρώην της. Πρόσθεσε ότι ο μελλοντικός της σύζυγος θα τη δεχόταν όπως ήταν. Δεν προσπαθούσα να κρίνω συνολικά τον χαρακτήρα της. Είχα ζητήσει ένα ήσυχο βράδυ.
Καταλάβαινα ότι ήθελε να νιώσει σιγουριά για μας. Αλλά αν κάθε φορά που ζητούσα λίγο χρόνο για μένα έπρεπε να συνεχίζουμε να μιλάμε μέχρι να της φύγει η ανησυχία, δεν έβλεπα πώς θα συνεννοούμασταν. Εκείνη θεωρούσε ότι ήξερε να επικοινωνεί. Εγώ ένιωθα πως δεν μπορούσα να πω τι χρειαζόμουν χωρίς να αρχίσει μια νέα κουβέντα για το τι εννοούσα.
Χώρισα μαζί της. Δεν είχαμε ζήσει τόσα μαζί ώστε να σκεφτώ ότι αυτός ο πρώτος καβγάς ήταν μια εξαίρεση. Ήμασταν μαζί λίγο παραπάνω από μία εβδομάδα και ακόμη συζητούσαμε για μια συνάντηση που δεν είχε γίνει.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




