Εδώ και περίπου έξι μήνες, μια γυναίκα γύρω στα σαράντα πέντε βλέπει στο γυμναστήριο έναν άντρα που της αρέσει. Έχουν φτάσει στο σημείο να αναγνωρίζονται. Όταν συναντιούνται, ανταλλάσσουν ένα νεύμα με το κεφάλι ή ένα μικρό χαιρετισμό με το χέρι. Δεν έχουν συστηθεί.
Κανονικά, εκείνη δεν δυσκολεύεται να πιάσει κουβέντα με σχεδόν οποιονδήποτε, αρκεί να υπάρχει μια αφορμή ή να τους συστήσει κάποιος. Με αυτόν, όμως, η συνηθισμένη της άνεση κάνει ένα μικρό διάλειμμα. Της αρέσει, κι αυτό φαίνεται να αρκεί για να γίνει μια απλή γνωριμία υπόθεση που θέλει σωστό χρόνο, κατάλληλη αφορμή και, ιδανικά, λιγότερη σκέψη.
Εκείνη την εβδομάδα παρουσιάστηκαν δύο ευκαιρίες να του μιλήσει. Δεν το έκανε ούτε τη μία ούτε την άλλη. Οι ευκαιρίες, ως γνωστόν, δεν είναι πάντα τόσο αποτελεσματικές όσο λέει η φήμη τους.
Δεν έχει πλησιάσει ούτε εκείνος για να συστηθεί. Η γυναίκα αναρωτιέται αν έχει σχέση ή αν απλώς δεν ενδιαφέρεται. Δεν ξέρει τι σκέφτεται εκείνος — ούτε υπάρχει κάτι στον τρόπο που χαιρετιούνται που να δίνει σίγουρη απάντηση. Είναι ένα νεύμα. Ευγενικό, αναγνωριστικό, και αρκετά μικρό ώστε να χωράει πολλές ερμηνείες.
Όταν μιλάει γι’ αυτό, μπορεί να γελάσει με τον εαυτό της. Αναρωτιέται μήπως δεν τον κοιτάζει αρκετή ώρα στα μάτια, λες και το πρόβλημα μπορεί να μετρηθεί σε δευτερόλεπτα. Προς το παρόν, πάντως, συνεχίζουν να χαιρετιούνται όταν συναντιούνται στο γυμναστήριο.
Έξι μήνες μετά, ξέρουν ο ένας το πρόσωπο του άλλου. Τα ονόματα παραμένουν εκτός προγράμματος.




