Εγώ 51, εκείνος 50. Ξεκινήσαμε ως φίλοι με προνόμια, με τη σιγουριά ανθρώπων που έχουν ζήσει αρκετά ώστε να μη δημιουργούν περιττές περιπλοκές. Έπειτα μιλήσαμε για συγκατοίκηση και γάμο. Η σιγουριά κράτησε λιγότερο από την εισαγωγή.
Η αλλαγή της συμφωνίας
Μετά από τρεις μήνες αποκλειστικότητας είπε ότι δεν ήμασταν συμβατοί. Συμφωνήσαμε να συνεχίσουμε χωρίς αποκλειστικότητα. Εξακολουθούσαμε όμως να βγαίνουμε, να περνάμε χρόνο μαζί και να είμαστε τρυφεροί. Εγώ έβλεπα την παλιά σχέση να επιστρέφει. Εκείνος δεν είχε πει ότι επέστρεφε.
Είχα αποδεχτεί τη νέα συμφωνία με μια υποσημείωση που δεν είχα διαβάσει δυνατά: «Μέχρι να αλλάξεις γνώμη».
Τα εισιτήρια και η ειδοποίηση
Προσπαθούσα να του κατεβάσω εισιτήρια για μια συναυλία όταν εμφανίστηκε ειδοποίηση από εφαρμογή γνωριμιών. Ξαφνικά θυμήθηκα ότι το «χωρίς αποκλειστικότητα» δεν ήταν απλώς μια ευγενική διατύπωση για τη δική μου αναμονή.
Είπε ότι απλώς κοιτούσε και δεν μιλούσε με κάποια. Δεν ήξερα αν αυτό ήταν αλήθεια. Η ειδοποίηση δεν αποδείκνυε από μόνη της ψέμα, ούτε η χρήση μιας εφαρμογής παραβίαζε αυτομάτως τη συμφωνία μας. Το καινούριο άρωμα και τα ρούχα του επίσης δεν αποτελούσαν φάκελο αποδεικτικών στοιχείων, όσο κι αν είχα αρχίσει να τα ταξινομώ.
Η ερώτηση που απέφευγα
Χρειαζόταν να ρωτήσω κάτι πιο απλό: θέλαμε ακόμη το ίδιο πράγμα; Του είπα ότι εγώ ήθελα σχέση με αποκλειστικότητα και ότι δεν μου έκανε καλό να συνεχίζω σαν να ήμουν άνετη με κάτι άλλο.
Δεν καταλήξαμε σε κοινή συμφωνία, οπότε σταμάτησα. Δεν χρειαζόταν να τον ανακηρύξω κακό άνθρωπο για να αναγνωρίσω ότι η κατάσταση με πλήγωνε. Ούτε να βαφτίσω την απογοήτευσή μου απόδειξη εξαπάτησης.
Τελικά, η πιο χρήσιμη ατάκα δεν ήταν ιδιαίτερα κινηματογραφική: «Αυτό δεν μου ταιριάζει πια». Τουλάχιστον αυτή τη φορά είχα διαβάσει όλο το κείμενο.




