Γνωριστήκαμε σε ένα διαδικτυακό παιχνίδι. Εκείνη ήταν είκοσι ενός, εγώ είκοσι δύο. Δεν είχαμε συναντηθεί ούτε μιλήσει ζωντανά στο τηλέφωνο ή με κάμερα. Στέλναμε μηνύματα, φωνητικά και φωτογραφίες. Σιγά σιγά η κουβέντα έγινε ερωτική.
Όταν μου ζήτησε να είμαστε μαζί, είπα ναι. Δεν ήμουν ερωτευμένος. Ήμουν μόνος και μου άρεσε να υπάρχει κάποια που να με αναζητά, να με προσέχει, να χαίρεται όταν της απαντώ.
Αυτό δεν της το είπα. Όταν μου είπε ότι μ’ αγαπάει, της απάντησα το ίδιο. Έκανα σχέδια για εμάς που δεν ήθελα πραγματικά να πραγματοποιήσω. Εκείνη πίστευε ότι χτίζαμε μια σχέση· εγώ ήθελα να συνεχίσω να νιώθω επιθυμητός.
Κάποια στιγμή ανταλλάξαμε προσωπικές, γυμνές φωτογραφίες. Ήταν η πρώτη μου τέτοια εμπειρία. Ένιωσα διέγερση, αλλά όχι την τρυφερότητα που της έλεγα ότι ένιωθα. Αργότερα έμεινε ένα κενό, κι εγώ συνέχισα να αποφεύγω την αλήθεια.
Πριν από έναν μήνα της είπα ότι χρειαζόμουν χώρο για την ψυχική μου υγεία. Δεν είπα καθαρά ότι ήθελα να τελειώσουμε. Ήλπιζα να απομακρυνθώ χωρίς να χρειαστεί να εξηγήσω όσα της είχα υποσχεθεί.
Λίγες μέρες μετά μου είπε: «Δεν είσαι ειλικρινής». Είχε δίκιο. Ζήτησα μια πρόχειρη συγγνώμη και πρότεινα να μείνουμε φίλοι. Με μπλόκαρε.
Το ίδιο βράδυ κατάλαβα πόσο την είχα πληγώσει. Δεν έκλαιγα επειδή ήθελα πίσω τη σχέση. Έκλαιγα επειδή είχα ζητήσει να με αγαπά χωρίς να της έχω πει τι μπορούσα να της δώσω.
Δεν θα την αναζητούσα από άλλο προφίλ για να μου πει ότι με συγχωρεί. Ούτε είχα δικαίωμα να δείξω σε κανέναν τις φωτογραφίες που μου είχε εμπιστευτεί. Το ότι αισθανόμουν άσχημα δεν μου έδινε άλλο ένα αίτημα να της κάνω.
Χρειαζόταν να καταλάβω γιατί είχα προτιμήσει να λέω όσα ήθελε να ακούσει. Την επόμενη φορά που θα ένιωθα μόνος, η λύση δεν μπορούσε να είναι να υποσχεθώ μια σχέση που δεν ήθελα.




