Ένα πρωί, ενώ του μιλούσα εδώ και ώρα, το αγόρι μου μού ζήτησε να τα ξαναπώ από την αρχή. Δεν είχε ακούσει τίποτα. Δεν είχαμε τσακωθεί, ούτε είχε συμβεί κάτι που να διακόψει απότομα την κουβέντα. Απλώς εγώ μιλούσα κι εκείνος δεν πρόσεχε.
Είμαστε μαζί περίπου επτά χρόνια. Εγώ είμαι 25 κι εκείνος 26. Παλιά του μιλούσα πολύ, του έλεγα με χαρά τα νέα μου. Τώρα συνειδητοποιώ ότι πολλά δεν του τα έχω πει καν. Δεν έγινε από τη μια μέρα στην άλλη. Σιγά σιγά έπαψα να περιμένω ότι θα με ακούσει και άρχισα να μιλάω λιγότερο.
Μπορεί να είμαι στη μέση μιας πρότασης κι εκείνος να αρχίσει να λέει κάτι εντελώς άσχετο. Άλλες φορές σηκώνει το τηλέφωνο ή βάζει να ακούσει ένα ηχητικό μήνυμα ενώ ακόμα μιλάω. Αν συνέβαινε μια φορά, θα έβρισκα εύκολα μια εξήγηση. Όταν όμως γίνεται κάθε μέρα που είμαστε μαζί, κουράζει.
Το έχω συζητήσει μαζί του αρκετές φορές. Μου λέει ότι του μιλάω όταν είναι απασχολημένος, όταν διαβάζει κάτι στο κινητό, όταν θέλει να χαλαρώσει ή έχει πολλά στο κεφάλι του. Τα καταλαβαίνω όλα αυτά. Κι εγώ μπορεί να αφαιρεθώ. Μόνο που έτσι, σχεδόν ποτέ δεν είναι η κατάλληλη στιγμή.
Στην αρχή δεν με πείραζε τόσο. Τώρα αναρωτιέμαι μήπως είμαι υπερβολικά ευαίσθητη και το παίρνω πολύ προσωπικά. Δεν θα έλεγα ότι δεν ενδιαφέρεται για μένα μόνο και μόνο επειδή δεν άκουσε κάτι που του είπα. Αλλά εδώ δεν μιλάμε για μια φορά που αφαιρέθηκε. Συμβαίνει συνέχεια.
Αυτό που με στενοχωρεί περισσότερο είναι η διαφορά με το πώς τον ακούω εγώ. Όταν μου μιλάει, αφήνω το κινητό και προσέχω. Θέλω να ξέρω τι έχει να μου πει. Την περασμένη εβδομάδα πέρασε δύσκολα και με ευχαρίστησε που τον στήριξα. Χάρηκα που ένιωσε ότι ήμουν δίπλα του και εκτίμησα το ευχαριστώ του. Το παράπονό μου δεν το ακυρώνει αυτό. Εκεί όμως κατάλαβα πιο καθαρά τι μου λείπει: να με ακούει κι εκείνος με την ίδια προσοχή.
Δεν περιμένω να βρίσκει συναρπαστική κάθε λεπτομέρεια που του λέω. Θα ήθελα απλώς να μπορώ κι εγώ να του λέω τα νέα μου και να νιώθω ότι τον ενδιαφέρουν.
Και τώρα δυσκολεύομαι ακόμα και να το ξαναφέρω στην κουβέντα. Αν του πω ότι σήμερα δεν με άκουγε, είναι σαν να παραπονιέμαι για μία φορά που αφαιρέθηκε. Πώς να εξηγήσω όλα όσα έχουν μαζευτεί, μαζί με εκείνα που πλέον δεν μπαίνω στον κόπο να του πω; Αυτά δεν φαίνονται τόσο εύκολα όσο ένα τηλεφώνημα που με διακόπτει.
Εξακολουθώ να θέλω να του μιλάω. Απλώς αρχίζω να συνηθίζω να λέω λιγότερα. Κι όσο σκέφτομαι πώς θα του το πω ξανά, τόσο χαζή νιώθω που προσπαθώ να εξηγήσω κάτι που έχει γίνει πια καθημερινότητά μας.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




