Είμαι 29 χρονών. Το παράθυρο του σαλονιού μου βλέπει στο διαμέρισμα μιας γειτόνισσας γύρω στα είκοσι. Εκείνη αφήνει συχνά την κουρτίνα ανοιχτή. Για αρκετό καιρό χρησιμοποιούσα αυτή τη λεπτομέρεια σαν να εξηγούσε τη δική μου συμπεριφορά.
Δεν την εξηγούσε. Απλώς με βόλευε.
Η στιγμή που η ματιά έγινε πρόγραμμα
Στην αρχή έτυχε να τη δω περνώντας από το παράθυρο. Ύστερα άρχισα να μένω εκεί. Ήξερα πότε επέστρεφε και πώς κυλούσε το βράδυ της. Δεν είχαμε γνωριστεί, αλλά είχα ήδη μαζέψει πληροφορίες που δεν είχε επιλέξει να μοιραστεί μαζί μου.
Έλεγα ότι ήμουν μόνος, ότι βαριόμουν, ότι δεν έκανα τίποτα. Το «τίποτα» μου είχε αποκτήσει ωράριο. Αυτό έπρεπε να με έχει ανησυχήσει νωρίτερα.
Το σπίτι της δεν είναι πρόσκληση
Μια ανοιχτή κουρτίνα δεν είναι συμφωνία να παρακολουθεί κάποιος την καθημερινότητά σου. Ούτε η εμφάνισή της ούτε η δική μου μοναξιά άλλαζαν κάτι. Το ζήτημα δεν ήταν αν θα με καταλάβαινε. Ήταν ότι δεν σεβόμουν τον προσωπικό της χώρο.
Επίσης, το να της έλεγα ξαφνικά ένα «γεια» δεν θα μετέτρεπε όσα είχαν προηγηθεί σε χαριτωμένη αρχή γνωριμίας. Δεν μου χρωστούσε ούτε ενδιαφέρον ούτε μια συζήτηση που θα με έκανε να αισθανθώ καλύτερα.
Η αλλαγή αφορά τη δική μου πλευρά του παραθύρου
Χρειάζεται να σταματήσω να κοιτάζω επίτηδες, να μη στηρίζω τη μέρα μου στο πρόγραμμά της και να φροντίσω τη δική μου ζωή. Μπορώ να αλλάξω θέση στον καναπέ και να κλείσω τη δική μου κουρτίνα. Δεν χρειάζεται να περιμένω να αλλάξει κάτι εκείνη.
Αν συνεχίσω να επιστρέφω στην ίδια συμπεριφορά ενώ θέλω να τη σταματήσω, μπορώ να ζητήσω βοήθεια από επαγγελματία ψυχικής υγείας. Η ευθύνη παραμένει δική μου. Το απέναντι διαμέρισμα είναι ένα σπίτι. Η ιστορία που πρέπει να διορθώσω διαδραματίζεται στο δικό μου.




