Είχε πάει οκτώ το βράδυ και είχα αρχίσει να σκέφτομαι ότι δεν θα με έπαιρνε τηλέφωνο. Δεν είχαμε κανονίσει συγκεκριμένη ώρα. Αυτό βέβαια δεν με εμπόδιζε να κοιτάζω τι ώρα ήταν.
Μιλούσαμε σε εφαρμογή γνωριμιών και είχαμε πει να τα πούμε και στο τηλέφωνο. Της είχα ζητήσει να με πάρει το βράδυ. Μέχρι εκεί είχαμε συνεννοηθεί. Τα υπόλοιπα τα πρόσθετα μόνος μου.
Γύρισα σπίτι γύρω στις έξι και χαλάρωνα. Όταν ξανακοίταξα την ώρα, ήταν οκτώ και δεν είχε πάρει ακόμα. Είχαν περάσει δύο ώρες από τότε που γύρισα, κι εγώ άρχιζα να τις μετράω σαν δύο ώρες καθυστέρηση. Λες και είχαμε συμφωνήσει να με πάρει μόλις μπω στο σπίτι.
Μου άρεσε και ήθελα να προχωρήσει η γνωριμία. Το να μιλήσουμε στο τηλέφωνο μού φαινόταν καλό επόμενο βήμα. Τώρα όμως άρχιζα να το παίρνω σαν απόρριψη. Δεν είχε μεσολαβήσει κάτι μεταξύ μας· απλώς είχα δει την ώρα. Και οι οκτώ, όσο κι αν δεν με βόλευε εκείνη τη στιγμή, βράδυ ήταν.
Κοίταξα το κινητό και εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήρθε μήνυμά της. Ρωτούσε αν με βόλευε να με πάρει. Εγώ σκεφτόμουν ότι είχε εξαφανιστεί, κι εκείνη ήθελε απλώς να δει αν μπορούσα να μιλήσω.
Της απάντησα ότι με βόλευε. Μια απλή ερώτηση, μια απλή απάντηση. Όλη η αναστάτωση ήταν δική μου.
Και αφού πέρασε αυτό, άρχισα ήδη να σκέφτομαι πότε να της προτείνω να βγούμε. Είχα την εντύπωση ότι μπορεί να ήθελε να γνωριστούμε σύντομα από κοντά. Εντύπωση, βέβαια· δεν είχαμε κλείσει κανένα ραντεβού.
Πόσο να περίμενα από το τηλεφώνημα μέχρι την πρόταση; Μερικές μέρες ή μια εβδομάδα; Δεν είχαμε κανονίσει ακόμη την πρώτη έξοδο κι εγώ είχα πιάσει πάλι να μετράω τον χρόνο.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




