Τρεις μέρες αφού σταμάτησε να απαντάει, του έστειλα το μήνυμα με το οποίο έκλεισα εγώ την κουβέντα. Του ευχήθηκα να είναι καλά. Του είπα όμως και ότι με είχε ενοχλήσει να ακούω τόσα για ειλικρίνεια και επικοινωνία από έναν άνθρωπο που τελικά δεν μου μιλούσε. Καμία σχέση με το πρώτο μήνυμα που του είχα στείλει μετά το ραντεβού, όταν ήθελα απλώς να τον ευχαριστήσω.
Είμαι 34 κι εκείνος 35. Πριν βγούμε, με είχε τραβήξει το ότι φαινόταν να θέλουμε τα ίδια: να μιλάμε ξεκάθαρα, να είμαστε ειλικρινείς, να ξέρουμε γιατί γνωρίζουμε κάποιον. Για μένα αυτά είχαν σημασία. Δεν περίμενα να δεσμευτεί πριν καν συναντηθούμε. Πίστευα όμως πως, ακόμα κι αν δεν υπήρχε έλξη, θα μπορούσαμε να το πούμε ο ένας στον άλλον.
Στο ραντεβού μού είπε ότι ήθελε να με ξαναδεί. Δεν μου ακούστηκε σαν κάτι που λες από ευγένεια στον αποχαιρετισμό, για να μη νιώσεις αμήχανα. Πίστεψα ότι ενδιαφερόταν. Γι’ αυτό η συνέχεια με αιφνιδίασε τόσο.
Μετά του έγραψα για να τον ευχαριστήσω. Μου απάντησε ότι του είχε αρέσει η παρέα μου. Υπήρξε λοιπόν και μια ζεστή απάντηση μετά τη συνάντηση, που ταίριαζε με όσα είχε πει από κοντά. Προσπάθησα να συνεχίσω την κουβέντα. Κι εκεί σταμάτησε να απαντάει, για τρεις μέρες.
Ένα ραντεβού είχαμε βγει. Εννοείται πως μπορούσε να αλλάξει γνώμη, ακόμα κι αν προηγουμένως ήθελε να ξαναβρεθούμε. Θα στενοχωριόμουν αν δεν ήθελε, αλλά θα το δεχόμουν. Αυτό που με πλήγωσε ήταν ότι έπρεπε να μαντέψω αν η γνωριμία είχε ήδη τελειώσει, ενώ εκείνος μου είχε δείξει πως ήθελε να συνεχιστεί.
Δεν ξέρω αν τα εννοούσε όταν τα έλεγε ή αν απλώς του ήταν εύκολο να τα λέει. Στο τελευταίο μήνυμα του είπα ότι έλεγε ψέματα για το πόσο εκτιμούσε την ειλικρίνεια και την επικοινωνία. Έτσι το ένιωσα εγώ. Το γιατί φέρθηκε έτσι, όμως, δεν το γνωρίζω. Μπορώ να πω τι έγινε, όχι τι είχε στο μυαλό του.
Αυτό που με δυσκολεύει σε ένα τέτοιο τέλος είναι ότι ο ένας αποφεύγει μια δυσάρεστη κουβέντα κι ο άλλος πρέπει να αποφασίσει πότε η σιωπή αρκεί για απάντηση. Δεν ζητούσα να μου αναλύσει τι δεν του άρεσε πάνω μου ούτε να δικαιολογηθεί. Ένα σύντομο μήνυμα ότι δεν ένιωσε κάτι θα με στενοχωρούσε, αλλά θα ήξερα πού βρισκόμασταν.
Με το δικό μου αντίο είπα επιτέλους κάτι ξεκάθαρο. Δεν έπαψα να στενοχωριέμαι. Χαιρόμουν που δεν είχα δώσει περισσότερο χρόνο σε έναν άνθρωπο που άλλα έλεγε κι άλλα έκανε, αλλά παράλληλα ένιωθα πληγωμένη. Δεν το περίμενα. Η ανακούφιση που δεν προχώρησε περισσότερο δεν εξαφάνιζε την απογοήτευση.
Στο πρώτο μου μήνυμα τον ευχαριστούσα για το ραντεβού. Στο τελευταίο τού ευχόμουν να είναι καλά και του εξηγούσα γιατί είχα ενοχληθεί. Ανάμεσα στα δύο, εκείνος είχε γράψει ότι χάρηκε την παρέα μου. Αυτή ήταν η τελευταία απάντησή του.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




