Την επόμενη μέρα από το τηλεφώνημα που είχα βάλει τα κλάματα, ήμουν έτοιμη να του εξηγήσω τι είχε συμβεί. Δεν πρόλαβα. Το αγόρι μου άρχισε να μου λέει πόσο τον είχα πληγώσει και πως είχα προδώσει την εμπιστοσύνη του. Επειδή, όταν με είχε ρωτήσει τι έχω, του είχα πει «τίποτα».
Εγώ ήμουν δεκαεννιά, εκείνος δεκαοχτώ και ήμασταν μαζί λίγο παραπάνω από τρεις μήνες. Μιλούσαμε στο τηλέφωνο σχεδόν κάθε βράδυ. Εκείνη τη Δευτέρα είχα κολλήσει στην ιδέα ότι τον ενοχλούσα εδώ και μέρες. Περίμενα πως, αν μιλούσαμε, θα ένιωθα πιο κοντά του. Αντί γι’ αυτό, άρχισα να κλαίω χωρίς να μπορώ να του εξηγήσω τι μου συνέβαινε.
Καταλαβαίνω ότι τον μπέρδευα. Δεν είναι εύκολο να ακούς τον άλλον να κλαίει και να σου λέει πως δεν έχει τίποτα. Μόνο που του είχα μιλήσει από την αρχή για τη δυσκολία μου να ανοίγομαι, εξαιτίας κάποιων πραγμάτων που είχα ζήσει μικρότερη. Μερικές φορές χρειαζόμουν μία ή δύο μέρες για να καταλάβω τι ένιωθα και να μπορέσω να το πω. Μου είχε απαντήσει πως, όσο προσπαθούσα, θα περίμενε.
Την Τρίτη, λοιπόν, του ζήτησα να μιλήσουμε αφού σχολούσε. Ήθελα να του ζητήσω συγγνώμη που τον είχα αφήσει να αναρωτιέται και να του εξηγήσω. Πριν αρχίσω, μου είπε πόσο τον είχε πληγώσει αυτό που θεωρούσε ψέμα. Ζήτησα συγγνώμη, προσπάθησα να του πω τη δική μου πλευρά, αλλά μου είπε πως δεν ήμουν συναισθηματικά διαθέσιμη. Κλείσαμε με εκείνον να λέει ότι χρειαζόταν χρόνο.
Την άλλη μέρα του είπα ότι δεν θα τον πίεζα και πως, όποτε ήθελε, μπορούσαμε να μιλήσουμε. Πίστευα ακόμη ότι μπορούσαμε να τα βρούμε. Παρ’ όλα αυτά, συνέχισε να μου στέλνει μηνύματα για το θέμα και το βράδυ ζήτησε να τον πάρω. Πριν προλάβω πάλι να μιλήσω, μου είπε ότι δεν ταιριάζαμε. Ότι ήθελα απλώς να λέω πως έχω αγόρι. Και με χώρισε.
Μετά, μιλώντας με φίλους, άρχισα να σκέφτομαι και όσα είχαν προηγηθεί. Σε σχεδόν τέσσερις μήνες είχαμε βγει δύο φορές. Και τις δύο είχε έρθει με φόρμα και φούτερ. Στο σπίτι του είχαμε βρεθεί κάπου έξι φορές, συνήθως αφού τον είχα σχεδόν παρακαλέσει. Μιλούσαμε κάθε βράδυ, αλλά από κοντά βρισκόμασταν ελάχιστα.
Υπήρχαν και τα μηνύματα που έμεναν αναπάντητα για ώρες, ενώ τον είχα δει να είναι πρόσφατα συνδεδεμένος. Ούτε μου φαινόταν ιδιαίτερα χαρούμενος να λέει στους άλλους ότι βρισκόμασταν. Αυτή την απόσταση την ένιωθα πριν κλάψω στο τηλέφωνο· απλώς δεν είχα συνδέσει όλα αυτά μεταξύ τους.
Μια φορά, όταν πήγε να με πάρει αγκαλιά μπροστά σε έναν φίλο του, του είπα ότι δεν μου άρεσαν οι διαχυτικότητες μπροστά σε άλλους. Εβδομάδες αργότερα, του είπα ότι με στενοχώρησε που σχεδόν δεν μου μιλούσε όταν ήμασταν με έναν κοινό φίλο. Μου θύμισε ότι είχα πει πως δεν ήθελα διαχυτικότητες μπροστά σε άλλους. Για μένα, άλλο να μη θέλω αγκαλιές μπροστά σε κόσμο κι άλλο να μη μου μιλάει το αγόρι μου. Είχε πει επίσης στην καλύτερή μου φίλη, που δούλευε μαζί του, πως δεν θα με έβαζε ποτέ πάνω από τη δουλειά του.
Ξέρω τι θα ήθελα να είχα πει τη Δευτέρα: ότι δεν ήμουν ακόμη έτοιμη να μιλήσω. Θα ήταν πιο ειλικρινές από το «δεν έχω τίποτα». Αλλά γι’ αυτό είχα ζητήσει να μιλήσουμε την επόμενη μέρα. Για να του εξηγήσω. Μέχρι να βρω τα λόγια, εκείνος μου έλεγε ήδη γιατί δεν μπορούσαμε να είμαστε μαζί.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




