Είχαμε κανονίσει να μιλήσουμε την Τρίτη. Ύστερα από μέρες με μηνύματα στο WhatsApp που πότε ήταν ζεστά και πότε ψυχρά, ήθελα επιτέλους μια κανονική κουβέντα μαζί της. Αλλά το τηλεφώνημα ακυρώθηκε λόγω δουλειάς. Εγώ πίστευα πως μπορούσε να κάνει τη δουλειά της κάποια άλλη ώρα. Δεν το έκανε, κι έτσι χάσαμε άλλη μια ευκαιρία να πλησιάσουμε ξανά.
Είμαι 51, εκείνη 54, και έχουμε σχέση από απόσταση. Για να βρεθούμε, χρειάζεται κάποιος να οργανώσει το ταξίδι. Συνήθως αυτός είμαι εγώ: κανονίζω, πηγαίνω να τη δω, πληρώνω και φροντίζω να κρατάμε επαφή ώσπου να ξαναβρεθούμε. Δεν με πείραζε να δίνω. Άρχισε όμως να με βαραίνει η αίσθηση πως, αν σταματούσα εγώ να προσπαθώ, δεν θα γίνονταν και πολλά μεταξύ μας.
Την αγαπάω και είχα φανταστεί ότι θα μπορούσαμε να έχουμε μέλλον μαζί. Γι’ αυτό και δυσκολευόμουν να παραδεχτώ τι με ενοχλούσε. Δεν ήταν απλώς τα ταξίδια ή τα έξοδα. Αναρωτιόμουν αν η γυναίκα με την οποία ήθελα να μοιραστώ τη ζωή μου ήθελε εξίσου πολύ να φτάσουμε ως εκεί. Το ότι την αγαπούσα δεν μου αρκούσε πια για να νιώθω σημαντικός στη ζωή της.
Μετά την τελευταία μου επίσκεψη, αποτραβήχτηκα για δυο μέρες. Ήμουν στενοχωρημένος, κουρασμένος και προσπαθούσα να καταλάβω τι ένιωθα. Δεν το έκανα για να τη δοκιμάσω. Εκείνη όμως το πήρε σαν να τη χώριζα. Όσο κι αν ξέρω τι είχα στο μυαλό μου, δεν μπορώ να κάνω πως δεν μετράει το πώς το κατάλαβε.
Μιλήσαμε τότε στο τηλέφωνο. Της είπα ότι την αγαπούσα ακόμη και ότι χρειαζόμουν ένα μικρό διάλειμμα για να ξεκαθαρίσω μέσα μου τι συνέβαινε. Παρ’ όλα αυτά, ψυχραθήκαμε πολύ. Συνεχίσαμε να στέλνουμε μηνύματα, με μεγάλες παύσεις ανάμεσα. Άλλοτε έβρισκα τρυφερότητα κι άλλοτε απόσταση, αλλά δεν ένιωθα ότι συζητούσαμε αυτό που είχε συμβεί.
Μου έλειπε. Της ζήτησα πάνω από μία φορά να μιλήσουμε ουσιαστικά, και είχα την εντύπωση πως το απέφευγε. Όταν τελικά συμφωνήσαμε για την Τρίτη, δεν περίμενα απλώς να πούμε τα νέα μας. Ήθελα να μιλήσουμε για εμάς. Ξέρω ότι η δουλειά μπορεί να ανατρέψει ένα πρόγραμμα. Με πόνεσε όμως που ακυρώθηκε αυτή η συγκεκριμένη κουβέντα, ύστερα από τόσες προσπάθειες να την κανονίσουμε και τόσες μέρες που ένιωθα μακριά της.
Δεν ξέρω πώς είδε εκείνη την ακύρωση. Εγώ τη συνέδεσα με κάτι που με απασχολούσε ήδη: μήπως τελικά για εμένα ήταν πιο σημαντικό να βρίσκουμε χρόνο ο ένας για τον άλλο.
Τώρα έχω αποτραβηχτεί τελείως, και κανείς μας δεν έχει κάνει κάποια ουσιαστική κίνηση για να ξαναπλησιάσουμε. Σκέφτομαι και τη δική μου ευθύνη. Ίσως, επειδή αποτραβήχτηκα, να μην κατάλαβε πόσο στενοχωρημένος ήμουν. Ίσως όσα της είπα μετά να μην αρκούσαν. Μπορεί όμως και να προσπαθούσα από καιρό περισσότερο απ’ όσο ήθελα να παραδεχτώ.
Την αγαπάω ακόμη. Δεν έχω αποφασίσει αν θα επικοινωνήσω άλλη μία φορά, μήπως καταφέρουμε να κάνουμε την κουβέντα που δεν έγινε. Αν το αφήσω εδώ, ίσως χρειαστεί να δεχτώ ότι κάπως έτσι τελειώνει η σχέση μας. Προς το παρόν, κανείς μας δεν έχει σπάσει τη σιωπή.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




