Το «εντάξει» ήρθε σε δέκα δευτερόλεπτα. Της είχα ζητήσει να μη μου στέλνει, εκτός αν ήταν για κάποιο μάθημα. Συμφώνησε και μετά έσβησε τον αριθμό μου. Οι κουβέντες μας με στενοχωρούσαν πια, γι’ αυτό ήθελα να σταματήσουν. Δεν είχα σκεφτεί πόσο θα με στενοχωρούσε και η σιωπή.
Είμαι 19 χρονών. Για είκοσι μέρες μιλούσαμε συνέχεια, με κουβέντες που κρατούσαν ώρα και φωνητικά μηνύματα. Μου έλεγε ότι ένιωθε μόνη, ότι ήθελε αγόρι, ότι κάποιες φορές έκλαιγε από μοναξιά. Εμένα μου άρεσε. Όσο μιλούσαμε, τόσο πίστευα ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι μεταξύ μας. Ήταν η πρώτη φορά που ανοιγόμουν έτσι σε μια κοπέλα.
Της πρότεινα να βγούμε ραντεβού. Μου είπε ότι δεν βγαίνει με άτομα από το ίδιο τμήμα. Το δέχτηκα, όσο κι αν δεν ήταν αυτό που ήθελα να ακούσω. Μετά όμως συνέχισε να μου μιλάει φιλικά, να μου κάνει κομπλιμέντα, να συζητάμε για τα μαθήματα. Για εκείνη μπορεί όλα αυτά να ήταν απολύτως φυσιολογικά. Εγώ κάθε φορά θυμόμουν τι είχα ελπίσει και στενοχωριόμουν ξανά.
Έτσι της έστειλα ότι καταλάβαινα πως δεν είχε κακή πρόθεση, αλλά με πονούσε να τη βλέπω. Της ζήτησα να περιορίσουμε την επικοινωνία μας στα μαθήματα. Ήθελα να πάρω μια απόσταση από όλο αυτό. Δεν της ζήτησα να αλλάξει γνώμη για το ραντεβού, ούτε εκείνη είπε κάτι τέτοιο.
Μια μέρα στο ασανσέρ κατάλαβα πόσο είχε αλλάξει η καθημερινότητά μας. Ήμουν μέσα με φίλους της και ένα άλλο αγόρι. Της φώναξαν να μπει, αλλά εκείνη με είδε, είπε ότι θα πάει από τις σκάλες και έφυγε προς τα εκεί. Άλλο να της ζητάω να μη μιλάμε κι άλλο να τη βλέπω να αποφεύγει ακόμη και να μπει μαζί μου στο ασανσέρ.
Έχει περάσει ένας μήνας. Είμαστε ακόμη στο ίδιο μάθημα, τη συναντάω στους διαδρόμους και προσπερνάω. Βγαίνω με φίλους, γνωρίζω κόσμο. Απ’ έξω μάλλον δεν φαίνεται τίποτα ιδιαίτερο. Εγώ όμως δεν είμαι καλά. Προσπάθησα να ασχοληθώ με άλλα πράγματα, να μιλήσω με άλλες κοπέλες, μέχρι και να λείψω από τα μαθήματα για λίγες μέρες. Ακόμη στενοχωριέμαι.
Μερικές φορές την πιάνω να με κοιτάζει και μου φαίνεται σαν να νιώθει τύψεις. Αυτό όμως το υποθέτω εγώ· δεν μου το έχει πει. Δεν ξέρω τι νιώθει. Ξέρω μόνο ότι δεν ήθελε να βγούμε, εγώ ζήτησα απόσταση κι εκείνη σταμάτησε να επικοινωνεί μαζί μου.
Τώρα σκέφτομαι μήπως της ζητήσω συγγνώμη και ξαναπιάσουμε κουβέντα. Δεν θέλω όμως να πω ότι μπορώ να είμαι φίλος της, αν με κάθε μήνυμα θα ελπίζω πάλι σε κάτι παραπάνω. Από την άλλη, τη βλέπω καθημερινά στο μάθημα, ενώ κάποτε μιλούσαμε ασταμάτητα, και προσπαθώ να φέρομαι σαν να μου είναι εύκολο.
Πιο πολύ μου λείπουν εκείνες οι πρώτες είκοσι μέρες, πριν της προτείνω να βγούμε και μου πει όχι. Τη βλέπω κάθε μέρα κι όμως μου λείπει. Δεν της έχω ξαναστείλει.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




