Εκεί ήμουν λοιπόν, ζώντας την καλύτερη ζωή μου, νομίζοντας ότι βρέθηκα σε μια ρομαντική κωμωδία με γνήσιο γέλιο και πιθανό ευτυχές τέλος. Δεν ήξερα όμως ότι είχα μπει κατά λάθος σε υποπλοκή τύπου «Ποιος μπορεί να ξοδέψει τα περισσότερα χρήματα».
Η Χαρισματική
Γνώρισα μια νέα κοπέλα – ας την πούμε «η Χαρισματική». Είναι 33, υπέροχη, και μιλάει άπταιστα τη γλώσσα του «Δώσε μου».
Η γλώσσα αγάπης της δεν ήταν οι αγκαλιές, ούτε η επικοινωνία, αλλά τα δώρα και οι πράξεις εξυπηρέτησης. Σαν να μεταφράζεις το «Καλημέρα» σε «Φέρε μου ένα κρουασάν».
Στην αρχή, όλα φαινόντουσαν γοητευτικά. Μέχρι που οι «προσδοκίες» της αποδείχθηκαν βαθιές όσο μια παιδική πισίνα.
Η Εποχή της Προσφοράς (Αλλά όχι από το δικό μου πορτοφόλι)
Μετά από έναν μήνα χαριτωμένης κουβέντας και –υποτίθεται– κοινών ενδιαφερόντων (π.χ. ο καιρός και ο υπαρξιακός τρόμος της ενηλικίωσης), ήρθε η βόμβα:
«Δεν ικανοποιείς τις ανάγκες μου», είπε με φωνή απαλή σαν μετάξι.
Ποιες ήταν αυτές οι ανάγκες;
Όχι η επικοινωνία, ούτε η τρυφερότητα. Αλλά οι λογαριασμοί στο σπα, οι βραδινές έξοδοι με σαμπάνια και οι αυθόρμητες αγορές σαν να ήμασταν σε τηλεπαιχνίδι «Γύρνα τον Τροχό και πάρε ό,τι βρεις».
Όταν η αγάπη μετριέται σε αποδείξεις
Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι δεν είχα μπει σε ρομαντική ιστορία, αλλά σε reality show. Μόνο που αντί για ροζ τριαντάφυλλα, το νόμισμα συναλλαγής ήταν οι αποδείξεις του POS.
Κι εγώ, χωρίς να το καταλάβω, έπαιζα τον ρόλο του «χορηγού».
Συμπέρασμα
Ο ρομαντισμός είναι υπέροχος. Τα δώρα είναι όμορφα. Αλλά όταν η σχέση βασίζεται αποκλειστικά στο ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό, τότε αυτό δεν λέγεται αγάπη· λέγεται εμπορική συναλλαγή.
Και προσωπικά, δεν μπήκα σε σχέση για να γίνω τράπεζα.
Οπότε, ηθικό δίδαγμα: αν συναντήσεις «Χαρισματικούς» που μιλούν τη γλώσσα του «Δώσε μου», να θυμάσαι – η αγάπη δεν είναι συνδρομητική υπηρεσία.
