Είδα στην κάμερα της εισόδου τη γυναίκα μου να περνά για να πάρει κάποια πράγματα. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε ένας άντρας, κοίταξε γύρω του και χτύπησε το κουδούνι. Δεν τον περίμενα. Στο μυαλό μου, όμως, είχα ήδη αποφασίσει γιατί είχε έρθει.
Του μίλησα από το μεγάφωνο: «Σήμερα δεν είναι καλή μέρα. Καλύτερα να φύγεις». Μουρμούρισε κάτι και έφυγε. Το ότι απέφυγα μια σκηνή στον διάδρομο δεν σήμαινε ότι είχα καταλάβει όλα όσα συνέβαιναν.
Τι έδειχνε η εικόνα και τι πρόσθετα εγώ
Ήξερα ότι είχε έρθει ένας επισκέπτης. Δεν ήξερα από το βίντεο τη σχέση τους, τι είχε προηγηθεί ή τι είχαν συμφωνήσει. Η αμηχανία του δεν ήταν ομολογία.
Αργότερα εκείνη θέλησε να εξηγήσει και μου έστειλε ένα μήνυμα. Το διάβασα. Χρειαζόταν να ακούσω συγκεκριμένα τι είχε συμβεί, όχι να χρησιμοποιήσω την κάμερα για να συμπληρώσω κάθε κενό.
Η δύσκολη κουβέντα έμεινε δική μας
Ήθελα ειλικρίνεια για όσα αφορούσαν τη σχέση μας και χρόνο να αποφασίσω αν ήθελα να συνεχίσω. Εκείνη είχε τη δική της απόφαση να πάρει. Καμία λίστα τριών βημάτων δεν θα μας έδινε υποχρεωτικά κοινή απάντηση.
Δεν μοιράστηκα το βίντεο με την παρέα ούτε το αντιμετώπισα ως υλικό για δημόσια διαπόμπευση. Δεν θα έβρισκα την εμπιστοσύνη που μου έλειπε κοιτάζοντας ξανά και ξανά την ίδια καταγραφή.
Το μεγάφωνο μπορούσε να διώξει έναν επισκέπτη. Δεν μπορούσε να μου πει αν αυτός ο γάμος είχε ακόμη κάτι που θέλαμε και οι δύο να κρατήσουμε.




