Ο Νικ και η Έμα ήταν μαζί δύο χρόνια, από την αρχή των σπουδών τους. Είχαν τις σημειώσεις τους, τα αστεία τους και τις Κυριακές με παστίτσιο. Ο Νικ θεωρούσε αυτή τη σταθερότητα δεδομένη, κυρίως επειδή δεν είχε ακόμη χρειαστεί να την υπερασπιστεί απέναντι στις δικές του επιλογές.
Η Άλις συμμετείχε στην ίδια ομαδική εργασία. Του έστελνε μηνύματα, τον πείραζε και του πρότεινε καφέ. Του άρεσε η προσοχή της. Αυτό δεν ήταν ακόμη μια απόφαση για τη σχέση του. Τα ψέματα που ακολούθησαν ήταν.
Το πρόβλημα δεν ήταν ο καφές
Στην Έμα έλεγε ότι διάβαζε, ενώ έπινε μπύρα με την Άλις. Έσβηνε μηνύματα και καθησύχαζε τον εαυτό του ότι δεν είχε συμβεί τίποτα σωματικό. Είχε βρει μια πολύ στενή ερώτηση στην οποία μπορούσε να απαντά ειλικρινά, αποφεύγοντας όλες τις υπόλοιπες.
Ένα βράδυ, μετά από πρόβα για μια φοιτητική εκδήλωση, έμειναν οι δυο τους να μαζέψουν. Η Άλις πλησίασε και εκείνος έκανε πίσω. «Το έχεις σκεφτεί ήδη», του είπε. Το ότι είχε σκεφτεί κάτι δεν τον υποχρέωνε να το κάνει. Το ότι σταμάτησε εκεί δεν ακύρωνε όσα είχε κρύψει.
Δίπλα στους λουκουμάδες
Στο σπίτι η Έμα τον περίμενε με λουκουμάδες. «Είσαι αλλού τελευταία;» τον ρώτησε. Εκείνος απάντησε με μια αόριστη κουβέντα για το διάβασμα. Λίγες μέρες αργότερα, μια κοινή φίλη ανέφερε ότι τον είχε δει με την Άλις σε καφέ. Η Έμα ζήτησε να μάθει τι συνέβαινε.
«Δεν έγινε κάτι» είπε πρώτα. Ύστερα χρειάστηκε να εξηγήσει γιατί, αν δεν υπήρχε τίποτα προς συζήτηση, είχε αφιερώσει τόσο κόπο στο να μην το συζητήσει.
Η συγγνώμη δεν αποφάσιζε και για τους δύο
Ο Νικ ήθελε να συνεχίσουν. Είπε την αλήθεια για τις συναντήσεις και τα μηνύματα και σταμάτησε την επαφή με την Άλις που είχε κρυφτεί πίσω από την εργασία. Η Έμα ζήτησε χρόνο. Δεν του χρωστούσε άμεση εμπιστοσύνη επειδή εκείνος επιτέλους ήταν έτοιμος να μιλήσει.
Συζήτησαν ποια όρια είχαν θεωρήσει αυτονόητα και τι θα χρειαζόταν για να προσπαθήσουν ξανά. Η προσπάθεια δεν σήμαινε απεριόριστο έλεγχο του ενός από τον άλλον. Σήμαινε συγκεκριμένες συμφωνίες που μπορούσαν και οι δύο να δεχτούν.
Δεν ήξεραν ακόμη αν θα τα κατάφερναν. Τουλάχιστον η συζήτηση είχε πάψει να περιστρέφεται γύρω από το αν ένα φιλί ήταν ο μόνος δυνατός ορισμός της προδοσίας.




