Η Σάρα έκοβε ντομάτες στην κουζίνα και σκεφτόταν πόσες συζητήσεις της με τον Μαρκ είχαν καταλήξει τελευταία σε ένα «ναι, ναι». Εκείνος επέστρεφε αργά. Εκείνη ένιωθε ότι είχαν γίνει δύο άνθρωποι που αντάλλασσαν χρήσιμες πληροφορίες για το ίδιο διαμέρισμα.
Δεν ήθελε μια μεγάλη χειρονομία. Ήθελε να τελειώσει μια φράση και να καταλάβει ότι την είχε ακούσει.
Ο καφές που έγινε προσμονή
Στο καφέ της γειτονιάς γνώρισε τον Άλεξ. Μίλησαν για τη δουλειά, για βιβλία, για πράγματα που δεν επείγουν και γι’ αυτό συχνά δεν λέγονται στο σπίτι. Ακολούθησαν μηνύματα και άλλοι καφέδες. Η Σάρα άρχισε να περιμένει να ανάψει η οθόνη του κινητού της.
Το ενδιαφέρον της άρεσε. Όταν όμως άρχισε να κρύβει πόσο χρόνο αφιέρωνε σε αυτή τη γνωριμία, δεν μπορούσε πια να περιγράφει την κατάσταση ως έναν συνηθισμένο καφέ. Η οθόνη φώτιζε. Η εξήγηση σκοτείνιαζε.
Δύο διαφορετικές ερωτήσεις
Η πρώτη ήταν τι συνέβαινε ανάμεσα σε εκείνη και τον Μαρκ. Η δεύτερη ήταν τι ήθελε να κάνει με τον Άλεξ. Η απάντηση στη μία δεν έλυνε αυτόματα την άλλη.
Μπορούσε να μιλήσει στον Μαρκ συγκεκριμένα: ότι της έλειπε ο κοινός χρόνος, ότι ένιωθε μόνη ακόμη κι όταν ήταν μαζί. Έπρεπε επίσης να ακούσει αν εκείνος ήθελε και μπορούσε να συμμετάσχει σε μια αλλαγή. Ένα δείπνο χωρίς κινητά θα μπορούσε να ανοίξει μια κουβέντα· δεν θα έσβηνε μήνες απόστασης.
Και χρειαζόταν να αναλάβει τη δική της επιλογή να κρύβεται. Η παραμέληση που ένιωθε ήταν πραγματικό θέμα για συζήτηση, όχι έτοιμη άδεια για μυστικές συμφωνίες.
Χωρίς εύκολο τέλος
Ο Άλεξ δεν ήταν υποχρεωτικά σωτήρας, ούτε ο Μαρκ μπορούσε να περιοριστεί στον ρόλο του αδιάφορου συζύγου. Η Σάρα μπορούσε να προσπαθήσει για τον γάμο της ή να αποφασίσει ότι δεν ήθελε να συνεχίσει. Εκείνο που δεν μπορούσε να κάνει επ’ αόριστον ήταν να αφήνει δύο διαφορετικές ιστορίες να αποφασίζουν αντί για εκείνη.




