Μας είχε κρατήσει τραπέζι και μας έστειλε κερασμένα ποτά. Μήνυμα, πάλι, δεν είχε στείλει. Κανονικά, με ένα τέτοιο κέρασμα θα έλεγα ότι η βραδιά πήγαινε μια χαρά. Μόνο που είχαμε κάνει σεξ νωρίτερα την ίδια μέρα κι εγώ αναρωτιόμουν αν είχε ήδη χάσει το ενδιαφέρον του.
Το βράδυ είχα ξαναπάει στο εστιατόριο όπου δούλευε ως υπεύθυνος, παρέα με έναν φίλο μου που δεν ήξερε τίποτα. Έκανα ό,τι μπορούσα για να φέρομαι όπως πάντα, ενώ αναρωτιόμουν αν με περιποιόταν επειδή του άρεσα ακόμα ή επειδή ήμουν πελάτισσα.
Εγώ είμαι 26 κι εκείνος 31. Με τον φίλο μου πηγαίνουμε συχνά εκεί για ποτό, κι αυτός μου είχε αρέσει από την πρώτη μέρα. Είχε ένα αθώο πρόσωπο και ήξερε να μιλάει στον κόσμο. Δύο εβδομάδες πριν βρεθούμε, μου έδειξε ξεκάθαρα ότι ήθελε να έχουμε επαφή και εκτός μαγαζιού. Δεν υπήρχε λόγος να αγνοούμε αυτό που γινόταν μεταξύ μας. Του έδωσα το τηλέφωνό μου.
Στα μηνύματά του υπήρχαν και σεξουαλικά υπονοούμενα. Δεν με χάλαγε καθόλου. Κι εγώ σεξ ήθελα, όχι να ξεκινήσω σχέση. Το περιβάλλον της δουλειάς του ήταν κάτι που ήδη με άγχωνε, οπότε δεν τον είχα φανταστεί ως την ιδανική επιλογή για μια ήρεμη ερωτική ζωή. Κάτι χαλαρό μού φαινόταν πιο απλό. Έτσι το είχα υπολογίσει, τουλάχιστον.
Για να βρεθούμε, πάντως, έπρεπε να συντονίσουμε τα ωράριά μας. Εκείνος σχολούσε στις δύο τα ξημερώματα κι εγώ έπιανα δουλειά στις οκτώ το πρωί. Όταν ήρθε να με πάρει, ήταν μεθυσμένος και εξαντλημένος. Κάναμε σεξ και γύρω στις δέκα το πρωί με άφησε στη δουλειά, πριν γυρίσει σπίτι να ξανακοιμηθεί. Τα ωράριά μας δεν βοηθούσαν, αλλά είχαμε καταφέρει να βρεθούμε.
Μόλις ξύπνησε, μου έστειλε. Μιλούσαμε κανονικά, σαν να μην είχε συμβεί κάτι ιδιαίτερο. Δεν εξαφανίστηκε δηλαδή αμέσως μετά το σεξ, γι’ αυτό και με μπέρδευε περισσότερο που μετά σταμάτησε να στέλνει.
Τότε ο φίλος μου θέλησε να βγούμε συγκεκριμένα στο δικό του μαγαζί. Του το ανέφερα όσο μιλούσαμε με μηνύματα. Με διαβεβαίωσε ότι στη δουλειά ήταν επαγγελματίας, πως ό,τι είχε γίνει ήταν μεταξύ μας και δεν χρειαζόταν να νιώθω άβολα. Πήγαμε λοιπόν. Μας κράτησε τραπέζι και μας κέρασε τα ποτά. Εγώ μπορεί να ντρεπόμουν και να είχα άγχος, αλλά δεν του φέρθηκα ψυχρά. Εξακολουθούσα να τον φλερτάρω.
Σε όλη τη βάρδια του δεν έστειλε μήνυμα. Φύγαμε, πάλι τίποτα. Μπορεί απλώς να είχε δουλειά. Μπορεί και να μην ήθελε να ξαναβρεθούμε. Το τραπέζι και τα ποτά δεν μου έλυναν την απορία: ήταν φιλόξενος μαζί μας, αλλά σε έναν χώρο όπου αυτή ήταν και η δουλειά του.
Κάτι χαλαρό ήθελα, αλλά ήθελα κι εγώ να ξέρω αν θα ξαναβρισκόμασταν. Δεν περίμενα σχέση επειδή περάσαμε μια νύχτα μαζί. Μια δεύτερη νύχτα σκεφτόμουν. Ως εκεί μπορούσα να το παραδεχτώ· στο απλό μήνυμα δυσκολευόμουν.
Είχαν περάσει περίπου δέκα ώρες από τότε που βρεθήκαμε κι εγώ ήδη φοβόμουν μήπως φανώ αγχώδης αν του στείλω ή μήπως απλώς δεν καταλαβαίνω ότι με αποφεύγει. Ο φίλος μου ήθελε να βγούμε για ποτό. Εγώ έφυγα θέλοντας να στείλω στον υπεύθυνο του μαγαζιού, χωρίς να ξέρω αν περίμενε μήνυμά μου ή αν για εκείνον η κουβέντα είχε τελειώσει.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




