Μόλις είχαμε αγκαλιαστεί έξω από την πολυκατοικία της, όταν μου ζήτησε να βγάλει φωτογραφία το δίπλωμα οδήγησής μου. Στην αρχή νόμιζα πως αστειευόταν. Είχα πάει να την πάρω για το τρίτο μας ραντεβού. Δεν περίμενα ότι θα διαφωνούσαμε πριν καν μπούμε στο αυτοκίνητο.
Εγώ είμαι 30, εκείνη 28. Είχαμε γνωριστεί στο Hinge πριν από περίπου τρεις εβδομάδες και είχαμε βγει δύο φορές. Εγώ τουλάχιστον είχα περάσει πολύ καλά. Μιλούσαμε άνετα, γελούσαμε με τα ίδια πράγματα και ήθελα να την ξαναδώ. Για εκείνο το Σάββατο είχαμε κανονίσει να πάμε σε μια αγορά με έργα τέχνης, περίπου μισή ώρα έξω από την πόλη. Μου είχε πει ότι η διαδρομή την ταλαιπωρούσε και με είχε ρωτήσει αν μπορούσα να την πάρω. Είχα δεχτεί με χαρά.
Μου εξήγησε ότι ζητούσε πάντα αυτή τη φωτογραφία πριν μπει στο αυτοκίνητο κάποιου με τον οποίο έβγαινε. Την έστελνε στην κολλητή της, για να ξέρει ακριβώς με ποιον ήταν. Δεν ήταν κάτι που είχε σκεφτεί ειδικά για μένα.
Καταλάβαινα γιατί ήθελε να ενημερώσει έναν δικό της άνθρωπο. Δεν περίμενα να με εμπιστεύεται απόλυτα επειδή είχαμε περάσει καλά δύο φορές. Αλλά πάνω στο δίπλωμά μου υπήρχαν η διεύθυνση του σπιτιού μου, η ημερομηνία γέννησής μου και ο αριθμός του. Δεν ένιωθα άνετα να έχει κάποια που δεν γνώριζα φωτογραφία με όλα αυτά τα στοιχεία στο κινητό της.
Της είπα ότι μπορούσε να φωτογραφίσει το αυτοκίνητο ή την πινακίδα μου, να στείλει το όνομά μου στη φίλη της ή να μοιραστεί μαζί της την τοποθεσία της σε πραγματικό χρόνο. Αν πάλι δεν αισθανόταν άνετα, μπορούσαμε να πάμε χωριστά και να βρεθούμε στην αγορά. Δεν θα παρεξηγούσα καθόλου την επιλογή της να οδηγήσει μόνη της. Μου φαινόταν πως έτσι θα μπορούσαμε να βγούμε χωρίς να πιεστεί κανείς μας.
Η άρνησή μου έδειξε να την ξαφνιάζει. Με ρώτησε τι φοβόμουν, αν δεν είχα τίποτα να κρύψω. Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι δεν την κατηγορούσα για κάτι. Απλώς δεν συνήθιζα να δίνω αντίγραφα των εγγράφων μου σε ανθρώπους που είχα συναντήσει μόνο δύο φορές.
Ούτε η πρόταση να πάμε χωριστά την κάλυψε. Για εκείνη ήταν ένα απλό μέτρο ασφάλειας και το ότι αντιδρούσα την έκανε να ανησυχεί περισσότερο. Μου είπε πως ένας σωστός άντρας θα καταλάβαινε γιατί μια γυναίκα χρειάζεται να προσέχει. Εγώ προσπαθούσα να προτείνω μια άλλη λύση· εκείνη, απ’ ό,τι κατάλαβα, είχε πια αμφιβολίες για μένα.
Η κουβέντα έγινε αμήχανη. Μου είπε ότι προτιμούσε να ακυρώσουμε και το δέχτηκα. Ανυπομονούσα γι’ αυτό το ραντεβού και τελικά δεν φύγαμε καν από την πολυκατοικία της.
Αργότερα, το ίδιο βράδυ, μου έστειλε μήνυμα ότι δεν πίστευε πως ταιριάζαμε. Ήθελε κάποιον που δεν θα την έκανε να νιώθει ενοχές επειδή έβαζε την ασφάλειά της πάνω απ’ όλα. Με στενοχώρησε αυτό. Δεν είχα προσπαθήσει να της δημιουργήσω ενοχές ούτε ήθελα να μπει στο αυτοκίνητό μου παρά τη θέλησή της. Από το μήνυμά της, όμως, ήταν ξεκάθαρο ότι εκείνη είχε πάρει διαφορετικά την κουβέντα μας.
Μου άρεσε πραγματικά, κι αυτό είναι που με δυσκολεύει ακόμα. Η τελευταία της κουβέντα είναι ότι δεν ταιριάζουμε. Κι εγώ αναρωτιέμαι αν, όταν της πρότεινα να βρεθούμε εκεί, κατάλαβε ότι προσπαθούσα να βρω μια λύση και για τους δυο μας.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




