Όταν ένας συνάδελφος του αγοριού μου τον ρώτησε πότε θα παντρευτούμε, νόμιζα πως ήξερα περίπου τι θα απαντούσε. Εκείνος, όμως, είπε ότι δεν βιαζόμασταν. Ίσως γύρω στα τριάντα, για να χαρούμε πρώτα τα νιάτα μας.
Ήμασταν και οι δύο είκοσι πέντε. Μέχρι εκείνο το βράδυ πίστευα ότι θέλαμε να παντρευτούμε κάπου σε αυτή την ηλικία. Δεν ήξερα ότι είχε αλλάξει το σχέδιο.
Ήμασταν μαζί τέσσερα χρόνια και μέναμε στο ίδιο σπίτι τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Είχαμε κοινές αξίες, κοινά ενδιαφέροντα και, μέχρι τότε, ένιωθα ότι είχαμε μια πολύ όμορφη σχέση, με αγάπη και σεβασμό. Τον γάμο δεν τον είχα βάλει μόνη μου στο μυαλό μου. Είχαμε μιλήσει πολλές φορές για το μέλλον μας. Εκείνος μου έλεγε πόσο ανυπομονούσε να μου κάνει πρόταση και πόσο ήθελε να οργανώσει κάτι ξεχωριστό.
Πλησίαζαν τα εικοστά έκτα γενέθλιά μου και είχα αρχίσει να ανυπομονώ. Ακόμα κι αν γινόταν η πρόταση, θα χρειαζόταν χρόνος για να οργανώσουμε τον γάμο. Δεν ήθελα να τον πιέσω. Δεν θα είχα πρόβλημα να του κάνω εγώ πρόταση· πιστεύω ότι και οι άντρες αξίζουν να τους διεκδικείς και να τους κάνεις ρομαντικές εκπλήξεις. Είχα όμως την εντύπωση ότι ήθελε πολύ να το κάνει ο ίδιος. Οπότε περίμενα.
Εκείνο το βράδυ είχαμε πάει σε μια εκδήλωση στη δουλειά του και μετά βγήκαμε για ποτό με μερικούς συναδέλφους με τους οποίους έκανε παρέα. Περνούσαμε ωραία. Κάποια στιγμή ένας από αυτούς είπε ότι το επόμενο Σαββατοκύριακο θα έκανε πρόταση στην κοπέλα του. Του ευχηθήκαμε και πιάσαμε κουβέντα για τον γάμο. Έτσι ήρθε και η ερώτηση για εμάς.
Το αγόρι μου φάνηκε αμήχανο πριν απαντήσει. Κανείς δεν στάθηκε ιδιαίτερα σε αυτό που είπε και η συζήτηση προχώρησε. Για το υπόλοιπο βράδυ, όμως, ήταν απόμακρος μαζί μου. Εγώ προσπάθησα να φέρομαι όπως συνήθως, παρόλο που είχα μπερδευτεί και πληγωθεί. Το ίδιο απόμακρος ήταν και την επόμενη μέρα.
Τότε του μίλησα για όσα είχε πει στο μπαρ και για το πώς ένιωθα με το θέμα του γάμου. Εκνευρίστηκε αμέσως. Μου είπε ότι απλώς δεν ήθελε να φανεί στους συναδέλφους του πως βιάζεται να παντρευτεί και ότι το είχα πάρει πολύ προσωπικά.
Ύστερα ξέσπασε σε κλάματα. Μου παραδέχτηκε ότι εδώ κι έναν χρόνο του άρεσε μια συνάδελφός του. Ήταν κι εκείνη μαζί μας στο μπαρ. Είχαν φλερτάρει κάποιες φορές με μηνύματα, είπε, αλλά επέμενε ότι δεν είχε υπάρξει σωματική επαφή μεταξύ τους.
Είχα ξεκινήσει να του μιλάω για να δω αν θέλαμε ακόμα το ίδιο μέλλον. Τώρα προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω ότι έναν ολόκληρο χρόνο του άρεσε κάποια άλλη. Τον ρώτησα αν ήθελε να με αφήσει. Είπε όχι. Τον ρώτησα αν θα σταματούσε να έχει προσωπική επικοινωνία μαζί της, πέρα από τη δουλειά. Μου είπε ότι ήταν και φίλη του και δεν μπορούσε.
Ετοίμασα μια τσάντα κι έφυγα. Λίγες μέρες αργότερα του έστειλα μήνυμα ότι χωρίζουμε και πως έπρεπε να σταματήσουμε να μένουμε μαζί. Εκείνος μου είπε ότι ήμουν ψυχρή που τον χώριζα με μήνυμα και ότι έπρεπε να τον είχα ακούσει περισσότερο.
Πιστεύω ότι δεν θέλει να με χάσει. Όταν σκέφτομαι αυτά τα τέσσερα χρόνια, θυμάμαι μια σχέση γεμάτη αγάπη, όχι μόνο όσα μου παραδέχτηκε εκείνη τη μέρα. Γι’ αυτό ακόμα αναρωτιέμαι αν θα τον ακούσω άλλη μία φορά.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




