Είχαμε βγει μόλις μία φορά και ήδη μου έλεγε πως θα μπορούσαμε κάποτε να μένουμε μαζί, πότε στη μία πόλη και πότε στην άλλη. Λίγες εβδομάδες αργότερα, όταν τη ρώτησα αν ήθελε να συνεχίσουμε να μιλάμε, μου είπε ότι την πίεζα. Δεν περίμενα πως αυτή θα ήταν η δύσκολη ερώτηση.
Γνωριστήκαμε στο Hinge πριν από περίπου δύο μήνες. Εγώ είμαι 47, εκείνη 36. Ανταλλάξαμε μερικά μηνύματα, μιλήσαμε στο τηλέφωνο και μου πρότεινε να βγούμε για ποτό. Περάσαμε όμορφα σε ένα μπαρ και καταλήξαμε σε ένα μαγαζί με καραόκε εκεί κοντά. Είχα βγει έξω για ένα τηλεφώνημα, είδα πόσο καλά περνούσαν στο διπλανό μαγαζί και τελικά συνεχίσαμε εκεί τη βραδιά μας. Όλα είχαν κυλήσει αβίαστα.
Την επόμενη μέρα μου έγραψε ότι πέρασε ωραία και ήθελε να ξαναβγούμε. Μου είπε επίσης πως σε δύο μήνες θα μετακόμιζε σε άλλη πόλη. Δεν το θεωρούσε εμπόδιο, αφού έτσι κι αλλιώς ταξιδεύαμε και οι δύο ανάμεσα στις δύο πόλεις για τη δουλειά. Με ρώτησε αν έψαχνα κάτι σταθερό, γιατί εκείνη αυτό ήθελε. Έφτασε μάλιστα να προτείνει ότι θα μπορούσαμε μελλοντικά να ζούμε μαζί, πότε στη μία πόλη και πότε στην άλλη.
Εκ των υστέρων, μου φαίνεται πολύ νωρίς για τέτοια σχέδια. Τότε όμως πίστεψα πως θέλαμε το ίδιο πράγμα. Άλλωστε, δεν είχα ανοίξει εγώ την κουβέντα για σχέση· εκείνη το είχε κάνει.
Βγήκαμε κι άλλες φορές και από κοντά ταιριάζαμε πολύ. Το να κανονίσουμε να βρεθούμε ήταν πιο δύσκολο. Μερικές φορές ακύρωνε το πρωί της ίδιας μέρας, για λόγους δουλειάς ή υγείας. Πρότεινε όμως πάντα άλλη μέρα. Γι’ αυτό δεν έδινα τόσο βάρος στις ακυρώσεις· τις έβλεπα σαν αναποδιές, όχι σαν ένδειξη ότι δεν ενδιαφερόταν.
Μου έδωσε και έναν δεύτερο αριθμό τηλεφώνου, που όπως είπε τον είχαν ελάχιστοι. Κάναμε μεγάλες συζητήσεις και μιλήσαμε ανοιχτά για προσωπικά μας θέματα. Ένιωθα ότι ερχόμασταν κοντά. Με όσα λέγαμε και με όσα είχε πει για το μέλλον, πίστευα πως αυτό πήγαινε προς μια σχέση, έστω κι αν δεν ήμασταν ακόμα εκεί.
Ύστερα ακύρωσε λίγες ώρες πριν από μια συναυλία για την οποία είχα αγοράσει εισιτήρια. Την πήρα την επόμενη μέρα για να καταλάβω πού βρισκόμασταν. Εγώ έβλεπα τη γνωριμία μας ως την αρχή μιας σταθερής σχέσης. Εκείνη μου είπε πως δεν ένιωθε ακόμα έτσι και χρειαζόταν χρόνο. Της είπα ότι έπρεπε κι εγώ να κάνω λίγο πίσω και να σκεφτώ τι σήμαινε αυτό για μένα.
Τις επόμενες δύο μέρες, που δεν μιλούσαμε, μου έστειλε μεγάλα μηνύματα. Έλεγε ότι ήμουν ξεχωριστός για εκείνη και δεν ήθελε να σταματήσουμε να βλεπόμαστε έτσι. Αναγνώρισε επίσης ότι με τη συμπεριφορά της μπορεί να μου είχε δώσει ελπίδες και ζήτησε συγγνώμη. Εγώ πια δεν περίμενα να γίνει σχέση. Συμφώνησα όμως να κρατήσουμε επαφή ως φίλοι.
Πήγαμε μάλιστα σινεμά και περάσαμε καλά, χωρίς αμηχανία. Σκέφτηκα πως, τουλάχιστον, θα μπορούσαμε να μείνουμε φίλοι. Ακολούθησαν δύο εβδομάδες στις οποίες απομακρύνθηκε εντελώς. Μου έλειψε η παρέα της και της έστειλα να δω τι κάνει. Το μήνυμα έμεινε αδιάβαστο για μία μέρα. Έστειλα άλλο ένα, ρωτώντας αν ήθελε τελικά να συνεχίσουμε να μιλάμε.
Η απάντησή της ήταν ότι την πίεζα συνεχώς να μου δώσει απαντήσεις. Υποψιάζομαι πως έχει ήδη μετακομίσει, χωρίς να το ξέρω σίγουρα. Μου έχει μείνει η αίσθηση πως με χρειαζόταν όσο ήταν εδώ και μετά δεν της ήμουν πια χρήσιμος. Έτσι το νιώθω εγώ· δεν μπορώ να ξέρω τι είχε στο μυαλό της. Είχα δεχτεί να μείνουμε φίλοι. Τώρα δεν ήξερα αν ήθελε να της στέλνω έστω κι ένα μήνυμα.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




