Τρεις μέρες μετά την κουβέντα μας για το αν θα βγαίνουμε μόνο μεταξύ μας, ήμουν στο κρεβάτι και σκεφτόμουν το Χάλογουιν. Εκείνη είχε πάει στη Μαδρίτη για το Σαββατοκύριακο. Θα το περνούσε ως ελεύθερη γυναίκα. Αυτό μου είχε πει ότι ήθελε να παραμείνει, όσο κι αν εγώ δυσκολευόμουν να το δεχτώ.
Δεν ήξερα αν θα γνώριζε άλλον άντρα εκεί. Το ταξίδι από μόνο του δεν αποδείκνυε κάτι τέτοιο. Με απασχολούσε περισσότερο ότι εγώ ακόμα αναρωτιόμουν αν έπρεπε να περιμένω, ενώ στην ουσία την απάντησή της την είχα ήδη πάρει.
Βγαίναμε έξι εβδομάδες, αλλά δεν ήταν λίγα αραιά ραντεβού. Βλεπόμασταν δύο φορές την εβδομάδα, μιλούσαμε κάθε μέρα και κάναμε καθημερινά βιντεοκλήσεις. Είχαμε κλείσει Airbnb και είχαμε γνωρίσει ο ένας τους φίλους του άλλου. Είχαμε τα χαϊδευτικά μας, είχαμε έρθει κοντά σωματικά και συναισθηματικά, είχαμε μπει ο ένας στην καθημερινότητα του άλλου. Στο ημερολόγιο ήταν ενάμισης μήνας. Για μένα όμως είχαν συμβεί πολλά μέσα σ’ αυτόν.
Γι’ αυτό και της μίλησα. Δεν ένιωθα καλά να συνεχίζω χωρίς να ξέρω αν βλεπόμασταν αποκλειστικά ή αν κρατούσαμε ανοιχτό το ενδεχόμενο να γνωρίσουμε κι άλλους. Την ήθελα πολύ. Όσο περισσότερο δενόμουν μαζί της, τόσο δυσκολότερο γινόταν να αφήνω αυτό το θέμα για αργότερα.
Εκείνη ήθελε να συνεχίσουμε να βγαίνουμε. Δεν ήθελε όμως αποκλειστικότητα ούτε τις υποχρεώσεις που, για την ίδια, συνεπαγόταν το να έχει σχέση. Ήταν δύσκολο να ακούω και τα δύο μαζί. Μπορούσα να σταθώ στο ότι της άρεσε αυτό που είχαμε και να ελπίζω. Δεν μπορούσα όμως να αγνοήσω το υπόλοιπο.
Της είπα ότι μάλλον θα έπρεπε να σταματήσουμε. Μου ζήτησε να περιμένω λίγες μέρες για να το ξανασυζητήσουμε. Το άφησα εκεί. Έτσι πέρασαν οι τρεις μέρες μέχρι εκείνο το βράδυ που άρχισα να σκέφτομαι τι θα κάνω.
Αν της έδινα κι άλλο χρόνο, δεν είχα καμία διαβεβαίωση ότι θα άλλαζε γνώμη. Αν προσπαθούσα να την πείσω, πάλι δεν θα μου αρκούσε μια συμφωνία που δεν ήθελε πραγματικά. Μπορούσα βέβαια να μείνω και να κάνω πως δεν με πείραζε. Θα συνέχιζα έτσι να τη βλέπω, αλλά δεν ήξερα για πόσο θα άντεχα να παριστάνω ότι είμαι εντάξει.
Την επόμενη μέρα της έστειλα μήνυμα. Της είπα ότι καταλάβαινα πως δεν ήθελε να βγαίνουμε αποκλειστικά. Το ότι καταλάβαινα τους λόγους της δεν σήμαινε ότι ήθελα να συνεχίσω μ’ αυτούς τους όρους. Της έγραψα πόσο την ήθελα, πόσο όμορφα είχα περάσει μαζί της και ότι αποφάσιζα να σταματήσουμε.
Ακολούθησαν κι άλλα μηνύματα. Εκείνη στενοχωριόταν και έλεγε ότι δεν ήθελε να τελειώσει αυτό που είχαμε. Δεν ήταν όμως έτοιμη να δεσμευτεί. Ξεκαθάρισα ότι δεν το έλεγα για να την κάνω να αλλάξει γνώμη. Είχα αποφασίσει να φύγω. Το ότι εξακολουθούσα να την ήθελα δεν έκανε πιο εύκολο να της το πω.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




