Στο καφέ μιλούσαμε δύο ώρες. Είχαμε γνωριστεί σε εφαρμογή γνωριμιών, εγώ 25, εκείνη 24, και ήταν από τα καλύτερα πρώτα ραντεβού που είχα κάνει. Της πρότεινα να συνεχίσουμε σπίτι μου, να φάμε κάτι. Δέχτηκε.
Μόλις φτάσαμε, η άνεσή της κάπως χάθηκε. Εκεί που μιλούσε συνέχεια, έγινε πιο σιωπηλή. Ίσως είχε άγχος. Εγώ πάντως δεν ήξερα πώς να φερθώ: ήταν η πρώτη φορά που μια γυναίκα ερχόταν σπίτι μου από το πρώτο ραντεβού. Ήθελα να νιώθει άνετα, αλλά δεν είχα και μεγάλη εμπειρία στο πώς γίνεται αυτό.
Έψαχνα σχέση, όχι κάτι για ένα βράδυ, και είχα την εντύπωση ότι το ίδιο ήθελε κι εκείνη. Της πρόσφερα ένα ποτό και σιγά σιγά ξαναβρήκαμε την άνεση που είχαμε στο καφέ. Η κουβέντα πήγαινε μια χαρά. Το να την πλησιάσω ήταν άλλο θέμα.
Καθόμασταν δίπλα δίπλα. Έβαλα το χέρι μου γύρω της και της χάιδεψα απαλά την πλάτη. Δεν τραβήχτηκε, αλλά ούτε ήρθε πιο κοντά. Αργότερα αράξαμε στον καναπέ, με την τηλεόραση ανοιχτή και μουσική να παίζει. Πλησίασα κι άλλο, μέχρι που ακουμπούσαμε. Εκείνη πάλι δεν έκανε κάποια κίνηση. Ήθελα να τη φιλήσω, αλλά δίσταζα. Δεν ήθελα να την πιέσω ή να τη φέρω σε δύσκολη θέση. Οπότε συνέχισα αυτό που μου έβγαινε πιο εύκολα: την κουβέντα.
Πήγε αργά και το πρωί δούλευε. Βγήκαμε έξω, της κάλεσα Uber κι όσο περιμέναμε, τη φίλησα. Με φίλησε κι εκείνη, με τόση όρεξη που ακολούθησαν κι άλλα φιλιά. Τόση ώρα στον καναπέ, τίποτα. Βρήκα το θάρρος μου μόλις καλέσαμε αυτοκίνητο για να φύγει.
Της είπα να μου στείλει όταν φτάσει. Το έκανε και με ευχαρίστησε για το βράδυ. Εγώ, αντί να μείνω στο ότι είχαμε περάσει ωραία και είχαμε φιληθεί, κόλλησα στο αν έπρεπε να το είχα κάνει νωρίτερα.
Μιλήσαμε για δυο μέρες ακόμα. Μου είπε ότι της άρεσα, ότι είχε περάσει υπέροχα και ότι ήθελε να ξαναβρεθούμε. Μετά σταμάτησε να απαντάει. Δεν έμαθα γιατί και προχώρησα. Δεύτερο ραντεβού δεν έγινε. Εκείνα τα φιλιά, πάντως, τα θυμάμαι ακόμα.
Διάβασε το άρθρο σε άλλη γλώσσα




